Πώς είναι να ταξιδεύεις μόνη. Στην Κολομβία.

Με ρωτάνε πολλοί φίλοι, “Ταξιδεύεις μόνη σου στην Κολομβία;”.

Τι ακριβώς σημαίνει “ταξιδεύω μόνη” ή “ταξιδεύω σόλο”; Εκείνη τη μέρα που έφτασα στη Μεντεγίν, μου έγραψε ο φίλος μου ο Λεονάρντο από το Σινσελέχο να δει τι κάνω. “Τι ωραία που είσαι στη Μεντεγίν! Ο καιρός εκεί είναι πολύ διαφορετικός”. “Μόνη σου είσαι;” πρόσθεσε, και αμέσως φαντάστηκα τον τρόπο που το έλεγε, σαν να με φανταζόταν να τριγυρνάω μόνη μου στην πόλη και να ένιωθε μια βαθειά λύπη για μένα που ταξιδεύω μόνη μου.

Κατά βάση λοιπόν, ναι, ταξιδεύω μόνη μου. Εδώ και ένα μήνα έχω γνωρίσει αμέτρητο κόσμο, από Κολομβιανούς, Ιθαγενείς, Ευρωπαίους, Αμερικάνους και Αυστραλούς.

Λίγες μέρες πριν ξεκινήσω το ταξίδι μου είχα αγχωθεί πολύ. Δεν ήξερα ακριβώς πώς να οργανωθώ. Δεν ήξερα τι θα συναντήσω. Ήξερα ότι ήθελα να ταξιδέψω και να γνωρίσω όλους τους τόπους για τους οποίους είχα διαβάσει ή ακούσει. Και ευχόμουν να είχα κάποιον να με συνοδέψει σε αυτό το ταξίδι. Όμως δεν υπήρχε κανένας. Έτσι έπρεπε να το πάρω απόφαση: Έπρεπε να ξεκινήσω κάπως, κάπου και κάποτε σύντομα. Οι μέρες περνούσαν και έβρισκα δικαιολογίες να καθυστερήσω την αναχώρησή μου.

Αποφάσισα να πιαστώ από κάπου: Λίγες βδομάδες πριν είχα γνωρίσει έναν Κολομβιανό χίπη που ταξιδεύει στην Κολομβία εδώ και δύο χρόνια με την κιθάρα του. Πήρα λοιπόν το λεωφορείο για το μέρος που βρισκόταν εκείνο το διάστημα και τον συνάντησα. Περάσαμε μαζί πέντε μέρες. Ήταν ίσως η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής μου. Ήταν μια τρέλα. Κάθε μέρα ήταν γεμάτη δοκιμασίες και πράγματα που δεν είχα ξαναδεί. Γνώρισα καλλιτέχνες-θα τους πω έτσι- ανθρώπους με έναν πολύ εναλλακτικό τρόπο ζωής. Ανθρώπους που ταξιδεύουν χρόνια, ανθρώπους που ζουν κοντά στη φύση και δεν έχουν απαιτήσεις ούτε σκοτούρες, ανθρώπους μου μαζεύουν κακάο και φτιάχνουν σοκολάτες και αποξυραμένα φρούτα. Κάναμε οτοστόπ, μαζέψαμε μάνγκο από τα δέντρα και φτιάξαμε χυμό, κοιμηθήκαμε στην έρημο μαζί με τους Ιθαγενείς. Ναι, μάλλον η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής μου, που δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι μπορεί να ζήσω και που ξεκίνησε χωρίς να τη σχεδιάσω. Τα μέρη που πήγα προέκυψαν στην πορεία, ανάλογα με τους ανθρώπους που γνώριζα.

Στη συνέχεια του ταξιδιού μου γνώρισα άλλα παιδιά κυρίως στα χόστελ που έμεινα, αλλά και στις ξεναγήσεις των πόλεων, ακόμα και στο λεωφορείο. Πολλές φορές διαπιστώναμε ότι ο επόμενος προορισμός μας συνέπεπτε- ή απλά τον δημιουργούσαμε μαζί- κι έτσι συνεχίζαμε παρέα για τις επόμενες δύο τρεις μέρες. Έτσι πέρασα κάποιες μέρες με μία graphic designer από το Μόναχο, επισκέφτηκα τη ζώνη του καφέ με δύο Λονδρέζους, γνώρισα δύο Ιρλανδούς που δουλεύουν στις Βερμούδες, έναν Γερμανοκροάτη 17 χρονών που έκανε ανταλλαγή με το σχολείο στην Αργεντινή. Κάτι ακόμα που με έχει βοηθήσει πολύ είναι ότι οι Κολομβιανοί τρελαίνονται να πιάνουν την κουβέντα με “γκρίνγκος”[gringo: Έτσι αποκαλούν κατά βάση τους Βορειοαμερικάνους, αλλά πολύ συχνά και τους υπόλοιπους λευκούς] και είναι απίστευτα φιλοξενοι και έτοιμοι να προσφέρουν τη βοήθειά τους, πράγμα που κάνει το ταξίδι μου πιο εύκολο κι από ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Επειδή εδώ, ακόμα κι αν νιώσεις κάποια στιγμή χαμένος και ρωτήσεις κάποιον, θα σου πει ακριβώς τι πρέπει να κάνεις με ένα χαμόγελο και ένα “con mucho gusto”.

A single golf clap? Or a long standing ovation?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.