Σπύρος Μαρκεζίνης

Ας γυρίσουμε τις σελίδες της Ιστορίας 53 χρόνια πίσω, στο 1954.

Πρωθυπουργός είναι ο στρατάρχης Παπάγος, ο οποίος είχε κερδίσει τις εκλογές του 1952 με το πλειοψηφικό που είχε ψηφισθεί με πρωτοβουλία του Πλαστήρα από τους βουλευτές του Κέντρου και με αποχή των βουλευτών του Συναγερμού! Υπουργός Συντονισμού ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος από το 1945 συνδέεται με τον Παπάγο και έχει πρωταγωνιστήσει στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο για προωθηθεί ο Στρατάρχης στην πολιτική.

Στις 25 Μαρτίου ο Παπάγος «κατεβάζει» όλη την κυβέρνηση στη δοξολογία. Η «οικογενειακή φωτογραφία» στα σκαλιά της Μητρόπολης φιγουράρει πρωτοσέλιδη στις περισσότερες εφημερίδες με σχόλια για τη συνοχή της κυβέρνησης. Ύστερα από οκτώ ημέρες (3 Απριλίου) θα πέσει ο «κεραυνός Μαρκεζίνη» και θα παγώσουν πολιτικοί και δημοσιογράφοι, αλλά και η κοινή γνώμη. Ήταν πράγματι «κεραυνός εν αιθρία». Ερωτήματα, απορίες και προβληματισμοί διαδέχθηκαν τη γενική κατάπληξη, αλλά σαφείς απαντήσεις δεν υπήρχαν. Η ανακοίνωση από το Γραφείο του πρωθυπουργού απέκρυβε τα πραγματικά αίτια:

«Ο υπουργός Συντονισμού κ. Σπύρος Μαρκεζίνης υπέβαλε για λόγους υγείας την παραίτησίν του. Η παραίτησις εγένετο αποδεκτή. Τα καθήκοντα του υπουργού Συντονισμού θα ασκή ο μέχρι τούδε αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού κ. Θάνος Καψάλης».

Κανένας δεν πίστεψε τους «λόγους υγείας».

* Ο υπερδραστήριος υπουργός

Το τελευταίο διάστημα υπήρχαν διαρροές ότι οι σχέσεις Παπάγου — Μαρκεζίνη δεν ήσαν ανέφελες. Η υπερδραστηριότητα του υπουργού και η μεγάλη προβολή του εντός της χώρας και στο εξωτερικό με τα συνεχή ταξίδια και τις συμφωνίες που έκλεινε είχαν ενοχλήσει τον Παπάγο. Είκοσι ημέρες πριν από την παραίτηση ήταν στην Αθήνα για επίσημη επίσκεψη ο καγκελάριος της Γερμανίας Αντενάουερ. Στο κοινό ανακοινωθέν αναφέρεται και το εξής:

«Ο Καγκελάριος υπεγράμμισεν ότι εκτέλεσις της από 11–11–53 Συμφωνίας της Βόννης θα συμβάλη εις την εφαρμογήν των σχεδίων ανασυγκροτήσεως της ελληνικής κυβερνήσεως».

Η Συμφωνία, στην οποία αναφερόταν ο καγκελάριος, είχε υπογραφεί από τον Μαρκεζίνη και τον τότε Γερμανό υπουργό Οικονομίας δρα Ερχαρτ, τον αρχιτέκτονα της οικονομικής ανόρθωσης της μεταπολεμικής Γερμανίας. Η πρώτη αφορούσε την ανάθεση χωρίς διαγωνισμό στη Ζήμενς του εκσυγχρονισμού του ΟΤΕ και του τηλεπικοινωνιακού και η δεύτερη την παροχή στην Τελεφούνκεν άδειας λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού και την ανάθεση εγκατάστασης ραδιοφωνικού δικτύου σε όλη τη χώρα. Δεν ήταν και πολλά γνωστά για αυτές τις συμφωνίες τότε, γι’ αυτό και η παραίτηση Μαρκεζίνη αποδόθηκε, κυρίως, στην ψυχρότητα και στην ένταση των προσωπικών σχέσεων.

* Το τέλος του ειδυλλίου

Ενα επεισόδιο στις 29 Μαρτίου φαίνεται ότι ήταν η αφορμή για να «ξεχειλίσει το ποτήρι». Στο Συντονιστικό Συμβούλιο της κυβέρνησης συζητείται ο διορισμός προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την έναρξη ο Παπάγος απευθύνεται στον υπουργό Οικονομικών Παπαγιάννη:

– Δεν λες σ’ αυτόν τον Χυσουλάκη (γενικό γραμματέα του υπουργείου) να μη διαδίδει ότι δεν κάνουμε πρόεδρο τον Πιπέρο επειδή είναι Λαϊκός…

Σηκώνεται ο Μαρκεζίνης και σε έντονο ύφος διακόπτει:

Τέλος πάντων, αυτός ο Πιπέρος δεν θέλει να μας αφήσει ήσυχους.

Ο Παπάγος προσπαθεί να τον διακόψει:

Εδώ ήλθαμεν να συνεδριάσωμεν. Υπό αυτούς τους όρους, όμως, συνεδρίασις δεν μπορεί να γίνη.

Ο Μαρκεζίνης αγνοεί την παρατήρηση του πρωθυπουργού και συνεχίζει…

ΠΑΠΑΓΟΣ: Αυτό που σου λέω εγώ. Απαιτώ σεβασμόν. Εγώ διοικώ.

ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ: Τότε εγώ φεύγω.

ΠΑΠΑΓΟΣ: Εδώ δεν κρατάμε κανέναν με το ζόρι. Κύριοι, η συνεδρίασις λύεται.

Με αυτές τις στιχομυθίες γράφτηκε το τέλος ενός «πολιτικού ειδυλλίου» που έφερε — και με τις ευθύνες των κεντρώων δυνάμεων και της Αριστεράς — τη Δεξιά στην εξουσία για δέκα χρόνια.

Ο Μαρκεζίνης πίστευε ότι ήταν αναντικατάστατος. Την επομένη στέλνει επιστολή στον Παπάγο και αξιώνει, για να παραμείνει στην κυβέρνηση, ευρύτερες δικαιοδοσίες και αρμοδιότητες. Η αρνητική απάντηση οδηγεί στην παραίτηση. Θα περάσουν οκτώ μήνες για να αποκαλυφθεί όλο το παρασκήνιο των συμφωνιών Μαρκεζίνη — Ερχαρτ, να αποδειχθεί ότι πίσω από τη σύγκρουση Παπάγου — Μαρκεζίνη βρίσκονταν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και σύγκρουση των γεωπολιτικών στρατηγικών ΗΠΑ, Αγγλίας και Γερμανίας…

* Η «βόμβα» Παπάγου

Εχουν περάσει οκτώ μήνες από τη «βόμβα» Μαρκεζίνη. Στις 10 Νοεμβρίου 1954 ρίχνει ο Παπάγος τη δική του «βόμβα». Με προσωπική δήλωση, που διανέμει το υπουργείο Τύπου, κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι είχε δεσμεύσει τη χώρα απέναντι στις δύο γερμανικές εταιρείες χωρίς να ενημερώσει τον πρωθυπουργό! Πρώτη αντίδραση-δήλωση του Μαρκεζίνη ότι αποχωρεί από τον Ελληνικό Συναγερμό. Ακολουθεί η παραίτηση των μαρκεζινικών υπουργών. Πώς προέκυψε η ανακίνηση του θέματος; Το ιστορικό σε συντομία:

Η κυβέρνηση είχε προκηρύξει διεθνή διαγωνισμό για την επέκταση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου και την αναδιοργάνωση της ελληνικής ραδιοφωνίας. Μετά τη δημοσίευση της σχετικής προκήρυξης επισκέπτεται τον υπουργό Εξωτερικών Στέφανο Στεφανόπουλο ο πρεσβευτής της Δυτικής (τότε) Γερμανίας και ζήτησε να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο Μαρκεζίνης έναντι της Ζήμενς και της Τελεφούνκεν.

Στο μεταξύ είχαν «διοχετευθεί» από ιδιώτη στον Παπάγο φωτοτυπίες των επιστολών που είχαν ανταλλάξει Μαρκεζίνης και Ερχαρτ. Αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι ο «ιδιώτης» ήταν ο περίφημος Βουλπιώτης, αντιπρόσωπος των δύο γερμανικών εταιρειών. Ο Βουλπιώτης ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Είχε συνεργασθεί με τους Γερμανούς στην Κατοχή. Θα τον συναντήσουμε, στη συνέχεια, σε αλληλοκατηγορίες για «μίζες» με τον υφυπουργό Συγκοινωνιών Κ. Παπακωνσταντίνου.

Παπάγος και Στεφανόπουλος συμφωνούν ότι οι επιστολές Μαρκεζίνη — Ερχαρτ είναι δεσμευτικές και ακυρώνουν τον διεθνή διαγωνισμό. Ο Στεφανόπουλος κατηγορεί τον Μαρκεζίνη ότι έδειξε σπουδή και προχειρότητα προκειμένου να εμφανίσει παραγωγική την επίσκεψή του στη Γερμανία. Πέντε ημέρες μετά τις δηλώσεις Παπάγου θα έλθει στην Αθήνα ο Ερχαρτ, ο οποίος δεν αφήνει περιθώρια υπαναχώρησης. «Δεν ήλθα εδώ» δήλωσε «για να ερμηνεύσω μια συμφωνία, γιατί δεν τίθεται θέμα ερμηνείας».

Για να «γλυκάνει» κάπως την κυβέρνηση δέχεται αποδέσμευση της κυβέρνησης για την Τελεφούνκεν. Ακολουθούν δεσμευτικές επιστολές μεταξύ Ερχαρτ και Παπαληγούρα, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον παραιτηθέντα μαρκεζινικό Καψάλη. Είναι 19 Νοεμβρίου 1954. Η Ζήμενς εγκαθίσταται στην Ελλάδα και αναλαμβάνει την αναδιοργάνωση των τηλεπικοινωνιών.

* Η άλλη άποψη

Ο Μαρκεζίνης, σε απάντηση των δηλώσεων Παπάγου, υποστηρίζει ότι δόθηκαν στη δημοσιότητα οι αρχικές επιστολές και όχι εκείνες στις οποίες υπάρχει διόρθωση από την οποία «σαφέστατα συνάγεται ότι αντί του αρχικού κειμένου διά του οποίου η γερμανική κυβέρνησις απέβλεπε να δεσμεύση την ελληνική κυβέρνησιν, υπέγραψα απλώς κείμενον διά του οποίου αναλάμβανα, εγώ προσωπικώς, ως υπουργός Συντονισμού, την υποχρέωσιν να εισηγηθώ σχετικώς εις την κυβέρνησιν».

Ο Μαρκεζίνης προσθέτει ότι είχε ενημερώσει τον Πρωθυπουργό, το Συντονιστικό Συμβούλιο και, ακόμη, στη Βουλή (23 Νοεμβρίου 1953) είχε δηλώσει σχετικά με τις συζητήσεις με τις δύο γερμανικές εταιρείες ότι «ευχέρειαν αποκτήσαμεν, δεν ανελάβαμεν δεσμεύσεις». Η ιστορία των επιστολών θα έχει και συνέχεια.

Η πρώτη φάση κλείνει με τη συμφωνία Ερχαρτ — Παπαληγούρα για τη Ζήμενς και την παραίτηση των μαρκεζινικών υπουργών, καθώς και την αποχώρηση του Μαρκεζίνη και 22 βουλευτών από τον Συναγερμό, που θα συγκροτήσουν αργότερα το Κόμμα των Προοδευτικών.

* Η συζήτηση στη Βουλή

Στις 24 Νοεμβρίου αρχίζει συζήτηση στη Βουλή, στην οποία επικρατούν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ της κυβέρνησης και του Μαρκεζίνη. Κύριο θέμα οι επιστολές. Αποκαλύπτεται όλο το παρασκήνιο:

Ο Βουλπιώτης είχε παραδώσει στον Παπάγο το αρχικό κείμενο, το οποίο δέσμευε ρητά την κυβέρνηση. Ο Καψάλης, που διαδέχθηκε στο υπουργείο Συντονισμού τον Μαρκεζίνη, δίνει στον Παπάγο το διορθωμένο, από το οποίο δεν προκύπτει δέσμευση. Παρεμβαίνει και πάλι ο Βουλπιώτης με επιστολή του στον Παπάγο, υποστηρίζει ότι ο Μαρκεζίνης τον είχε παρακαλέσει(;) να πείσει τους Γερμανούς να μην κάνουν λόγο για τις επιστολές και υποσχέθηκε ότι όταν επανέλθει στην εξουσία θα τακτοποιούσε όλα τα θέματα!

Κατά τη συζήτηση στη Βουλή και ενώ ήταν στο βήμα ο Παπαληγούρας τον διακόπτει ο πρώην υπουργός Καραθόδωρος:

«Εφθάσαμεν να συζητάμε με τον Βουλπιώτη. Δεν έχομεν τώρα παρά να καλέσωμεν και τα Ες Ες. Επί 20 μήνες που ήμουν υπουργός Συγκοινωνιών ούτε εγνώρισα ούτε με εγνώρισεν ο κ. Βουλπιώτης, όστις σήμερον ποιεί τας διατριβάς του εις το υπουργείον Συγκοινωνιών».

Η συζήτηση στη Βουλή διήρκεσε ημέρες και το ενδιαφέρον του κοινού ήταν αμείωτο. Εκατοντάδες πολίτες συγκεντρώνονταν έξω από τη Βουλή για να εξασφαλίσουν μια θέση στα θεωρεία. Η Αστυνομία είχε λάβει έκτακτα μέτρα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου σηκώνει με επιτυχία το βάρος της αντιπολίτευσης. Χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Δεν υπάρχει προηγούμενον εις την ιστορίαν της χώρας, κατά την οποίαν μέλη της κυβερνήσεως να στρέφονται εναντίον αλλήλων και να καταλογίζουν εναντίον αλλήλων τόσον βαρυτάτας κατηγορίας. Εάν οι δύο ομάδες του Συναγερμού αγωνίζονται σήμερον διά να καταλογίσουν αμοιβαίως ευθύνας και διά να κάμουν τον καταμερισμόν των,όμως και η Αντιπολίτευσις και ο Ελληνικός Λαός δεν ασχολούνται με τον καταμερισμόν των ευθυνών. Απασχολούνται με την άθροισιν των ευθυνών και η άθροισις των ευθυνών ονομάζεται χρεωκοπία του Συναγερμού».

Βουλπιώτης και οι μίζες

Αυτή η ιστορία με τη Ζήμενς, που προκάλεσε τη διάσπαση του Συναγερμού, θα κλείσει στα δικαστήρια, ένα μήνα προτού ο Καραμανλής διαδεχθεί τον Παπάγο.

Κωνσταντίνος Καραμανλής

Ο Κ. Καραμανλής ήταν τότε υπουργός Συγκοινωνιών, με υφυπουργό τον κορίνθιο πολιτικό και μετέπειτα Πρόεδρο της Βουλής Κ. Παπακωνσταντίνου. Ο Βουλπιώτης — με σκοτεινή δράση στην Κατοχή και συμμετοχή σε λαθρεμπόριο το 1949 — με επιστολή του στον Παπάγο κατηγορεί τον Παπακωνσταντίνου ότι καθυστερεί να υπογράψει τη σύμβαση με τη Ζήμενς για την προμήθεια τηλεπικοινωνιακού υλικού και ότι με τρίτο πρόσωπο, έναν πρώην αγροφύλακα(!), του ζήτησε 10.000 δολάρια για να προχωρήσει.

Ο Παπακωνσταντίνου αντεπιτίθεται, αποκαλύπτοντας ότι ο Βουλπιώτης αξίωνε να τον προσλάβουν στον ΟΤΕ ως τεχνικό σύμβουλο για μία δεκαετία με αμοιβή 1 εκατομμύριο δολάρια. Ο Βουλπιώτης σε δηλώσεις του ομολογεί ότι έχουν παρουσιασθεί μεσάζοντες, αλλά δεν έχει καμία σχέση μαζί τους ο υφυπουργός. Δεν χρειαζόταν αυτή η διευκρίνιση. Ουδείς αμφέβαλλε για την εντιμότητα του Παπακωνσταντίνου. Τελικά, ύστερα από μήνυση του κορίνθιου πολιτικού, ο Βουλπιώτης θα καταδικασθεί σε ενάμιση χρόνο φυλάκιση.

Το μυστήριο των επιστολών

Από τη συζήτηση στη Βουλή της 24ης Νοεμβρίου προέκυψε ότι «κάποιο λάκκο είχε η φάβα». Δικαιολογημένα ο Μαρκεζίνης στην αγόρευσή του διερωτάται γιατί ο Παπάγος δεν τον είχε καλέσει να δώσει εξηγήσεις προτού προβεί στις δηλώσεις του. Εύλογο και το συμπέρασμά του:

«Τι σημαίνουν όλα αυτά; Οτι όπισθεν του διαφανούς τεχνάσματος της δεσμεύσεως, της αποδεσμεύσεως και της εκ νέου δεσμεύσεως, μία η πραγματικότης: να απαλλαγώμεν του Μαρκεζίνη, αφού τον δυσφημήσουμε και ολίγον…».

Το μυστήριο με τις επιστολές υποκρύπτει ύποπτο παρασκήνιο. Ο Παπαληγούρας δηλώνει στη Βουλή ότι έψαξαν όλα τα συρτάρια του υπουργείου Συντονισμού και του υπουργείου Εξωτερικών και δεν βρέθηκαν οι επιστολές! Σαφής κατηγορία κατά του Μαρκεζίνη. Είχε εξαφανίσει τα πρωτότυπα!

Ο Μαρκεζίνης στη «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος» (Γ’ τόμος) αφηγείται:

«Το ζήτημα τελικώς ήλθε στη Βουλή. Ο Ι. Ζίγδης ζήτησε τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής. Χρόνια αργότερα (1990) ο Ι. Ζίγδης θα αποκαλύψει στη Βουλή ότι ο ίδιος ο Παπάγος του είχε υποδείξει να ζητήσει τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής και επειδή εκείνος δίσταζε διερωτώμενος πώς θα υποστήριζε το αίτημά του, ο Πρωθυπουργός τού υποσχέθηκε ότι θα μιλούσε ο ίδιος αλλά και άλλοι βουλευταί, ανέφερε μάλιστα το όνομα του Ελευθερίου Γονή. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ.Μαντζαβίνος επιέζετο να καταθέσει ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής και όταν θα αρνηθεί να το πράξει θα αποπεμφθεί από την Τράπεζα, για να ανατείλει η περίοδος Ξ. Ζολώτα. Τα κείμενα των Συμφωνιών (των επιστολών με Ερχαρτ) θα βρεθούν, μετά τον θάνατο του Παπάγου, επί κυβερνήσεως Καραμανλή, στο ερμάριο του προσωπικού γραφείου του τέως υπουργού Εξωτερικών Στ. Στεφανόπουλου… Η είδηση, όπως ήταν φυσικό, αιφνιδίασε τους πάντες».

Την ίδια περίοδο με την «ανακάλυψη» των επιστολών ανακοινώνεται και το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής, το οποίο καταλογίζει πολιτικές ευθύνες στον Μαρκεζίνη, αλλά δεν θα δοθεί συνέχεια.

Πηγή