Ξενιτεμένες παρέες

Ένα ακόμα ζεστό αυγουστιάτικο ελληνικό καλοκαίρι. Άμμος να χαιδεύει τα πόδια και η υπενθύμιση του κρύου νερού στο σώμα να στοιχειώνει την ελληνική μας ράτσα. Θα σου πω την αλήθεια όπως ο καθένας υπόσχεται, δεν εκτιμάμε αυτό που έχουμε, το θερινό αεράκι, τα ατμοσφαιρικά δειλινά, τις τσάρκες στα πλακόστρωτα. Νοσταλγείς μόνο όταν φεύγεις και φεύγεις όταν μόνο οι ανάγκες σου είναι ενωμένες με την επιβίωση. Η ασφάλεια ενός έρωτα ή ενός σπιτιού αρκεί για να σε κρατήσει πολλές φορές και ας μην θες να το παραδεχτείς. Μετά είναι και άλλα, οι άνθρωποι, το κλίμα, η οπτική γωνία που σε έχει κλειδώσει και δεν σε αφήνει να την αλλάξεις γιατί συμφέρει όπως και να το δεις.

Λατρεύεται από τους πάντες και τον μισούν οι πάντες ως λέξη, συμβιβασμός. Στην αναφορά του κουβαλάει ενδόμυχα γαμωσταυρίδια και κατεβασμένα κεφάλια που σιώπησαν για πάντα και μπροστά σου σιωπούν ξανά. Σιωπώ και εγώ μπροστά μου όταν την ξεστομίζω. Είμαστε οι συμβιβασμοί μας. Ετυμολογικά, δύο άνθρωποι φτάνουν σε ένα σημείο που κανείς ουσιαστικά δεν συμφωνεί αλλά παραχωρεί μία ελευθερία για να του αποφέρει κάτι. Ο συμβιβασμός είναι η θυσία μας για το συμφέρον. Αυτοί που δεν συμβιβάστηκαν είτε απέτυχαν είτε πέτυχαν σε όσα δεν ήθελαν να συμβιβαστούν, ο στόχος τους ήταν δευτερεύον στοιχείο αν το εξετάσεις ιδεαλιστικά. Πρακτικά, είναι 0 και 1, άσπρο-μαύρο, κ.ο.κ.

Η ξενιτιά είναι συμβιβασμός κάποιες φορές και άλλες η πλήρης έλλειψη του. Έχω φίλους που έφυγαν για έξω ρίχνοντας μαύρη πέτρα για να ψάξουν το άγνωστο και εκείνους που είχαν μία ικμάδα ελπίδας, κάποιον ή κάτι να πιαστούν μία δύσκολη ώρα, μαζί με μία πιθανότητα οτι θα βρεθεί μία δουλειά για να γευτούν μια βιωτική αξιοπρέπεια. Τους αφουγκράζομαι μήπως βρω και εγώ κάποια άκρη για τις επιλογές μου, να διερωτώμαι αν θα συμβιβαστώ φεύγοντας ή αν θα τολμήσω διεκδικώντας, πρακτικά το ίδιο, ιδεαλιστικά διαφορετικά. Θέμα συνείδησης που θα έλεγε και ο Νίτσε.