ΒΙΟΠΑΛΗ

Ο Δημήτρης ήταν άνεργος. Με γυναίκα και δυο παιδιά. Συντηρούνταν με τα τριακόσια ευρώ που τους έδινε ο πεθερός του. Από τη σύνταξή του. Δεν είχε σπουδάσει κάτι. Το ίδιο κι η σύζυγός του. Είχαν παντρευτεί πολύ νέοι. Στα δεκαεννιά. Είχαν όνειρα τότε. Βλέπανε τη ρομαντική θέαση του γάμου. Μετά ξεκίνησαν οι υποχρεώσεις. Και με τις υποχρεώσεις, τα προβλήματα. Και κάπως έτσι, το ειδύλλιο διαλύθηκε σαν σαπουνόφουσκα στον αέρα. Γιατί τα παιδιά τους θέλανε να φάνε. Γιατί οι γείτονες τον έλεγαν άεργο και τεμπέλη. Γιατί ζούσαν τον φόβο και την ανασφάλεια.

Ο Διονύσης ήταν πρωτοετής στο παιδαγωγικό. Τον σπούδαζε ο πατέρας του. Του έβαζε και χρήματα στον λογαριασμό του, για να περνάει την εβδομάδα. Δύο εικοσάρικα. Δεν του φτάνανε. «Έλα μπαμπά» «Έλα Διονύση, τι κάνεις;» «Μπαμπά πρέπει να πάρω λάπτοπ. Το παλιό δεν βολεύει για τη σχολή. Κολλάει. Στείλε μου κάποια στιγμή λίγα παραπάνω» «Δεν έχω παραπάνω. Έχω και τα φροντιστήρια του αδερφού σου» «Κι εγώ τι θα κάνω;» είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του. «Βρες δουλειά» «Δεν έχει δουλειές» «Τότε κόψε το κάπνισμα, τους καφέδες και τα ποτά». Δεν απάντησε. Του το έκλεισε στα μούτρα. «Άσε μας ρε πατέρα», είπε με ένα ίχνος μομφής στη φωνή του.

«Δημήτρη, ο μικρός είναι άρρωστος», είπε η γυναίκα του ανήσυχη. «Τι έχει;» της είπε ο με ήρεμη φωνή. «Κρύωμα. Συνάχι, βήχα, πυρετό. Τον πήγα στο γιατρό. Ορίστε η συνταγή. Να πας να πάρεις τα φάρμακα». Πήρε το χαρτί στα χέρια του. Άρχισε να το διαβάσει. Έπειτα, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη του. «Πήγαινε, κάθισε μαζί του» της είπε. Αυτή υπάκουσε. Μόλις έμεινε μόνος, άρχισε να περπατάει, πάνω κάτω, μέσα στο σπίτι. Σταμάτησε στον καθρέπτη. Ακούμπησε τους αγκώνες στο κομοδίνο του καθρέπτη και με τις γροθιές του στο πιγούνι, στήριζε το κεφάλι του όρθιο και κοίταζε το είδωλό του. Ταλαιπωρημένο κι αξιοθρήνητο. Δάκρυα εμφανίζονταν στις άκρες των ματιών του, νότιζαν τα ζυγωματικά, χάνονταν μέσα στα γένια του.

Την άλλη μέρα ο Διονύσης πήγε στην τράπεζα. Πρωί-πρωί. Ήταν Δευτέρα. Η μέρα που έπαιρνε τα σαράντα ευρώ του. Στάθηκε έξω από το ΑΤΜ, αναμένοντας τη σειρά του. Τα έβγαλε, τα έβαλε στην τσέπη. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Στις όχθες του ποταμού της πόλης. Κοίταξε το ρολόι του. Οχτώ η ώρα. Το μάθημα αρχίζει στις εννιά. Μία ολόκληρη ώρα για να περιμένει το αστικό. Άναψε ένα τσιγάρο κι άνοιξε το κινητό του. Γράφει: «Φτηνά λάπτοπ». Βλέπει τιμές. Συνοφρυώθηκε. Κλείνει το κινητό. Κι αυτό στην τσέπη. Απολαμβάνει το τσιγάρο του. Εκείνη τη στιγμή, εμφανίζεται ο Δημήτρης. Πλησιάζει το ίδιο παγκάκι, με αργό βήμα, ενώ διαβάζει το χαρτί με τη συνταγή του γιατρού, σηκώνει το κεφάλι, βλέπει τον Διονύση, «Θα μου δώσεις ένα τσιγάρο;» του λέει, δανείζεται αναπτήρα, καπνίζει. Οι δυο τους μαζί. Στο ίδιο παγκάκι. Να αναλογίζονται τα προβλήματά τους. Την αγορά φαρμάκων και την απόκτηση καινούργιου λάπτοπ. Ο Διονύσης ξαναβγάζει το κινητό, απότομα, σαν να ελήφθη το μήνυμα που περίμενε όλη μέρα. Δεν πρόσεξε όμως ότι μαζί με το κινητό, από την τσέπη του έφυγαν και δυο εικοσάρικα. Το πρόσεξε όμως ο Δημήτρης. Φύσησε αέρας, τα μετακίνησε προς το μέρος του. Σαν να ήθελε η μοίρα να τον βάλει σε πειρασμό. Ο Δημήτρης κοιτούσε μια τα εικοσάρικα και μια τον Διονύση. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα. Πέρασε ένα λεπτό. Κάλυψε τα χαρτονομίσματα με το παπούτσι του. Ο άλλος, αφοσιωμένος στο κινητό του.

Το λεωφορείο έφτασε. Ο Διονύσης επιβιβάζεται. Κάθεται αναπαυτικά. Συνεχίζει να χαζεύει στο κινητό του. Δίπλα του κάθεται μια κοπέλα. Μαζεύεται προς το παράθυρο, χωρίς να της ρίξει βλέμμα. Πάντα αφοσιωμένος στο κινητό του. Να ψάχνει λάπτοπ. Το λεωφορείο σταματάει. Στάση Πρώτη. Η κοπέλα σηκώνεται. Τρέχει στην έξοδο. Κατεβαίνει. Ο Διονύσης σηκώνει το κεφάλι του να δει τον κόσμο. Είχανε φτάσει στην τελική διαδρομή. Επόμενη στάση: Πανεπιστήμιο. Και φτάνουν. Σηκώνεται να κατέβει. Και παρατηρεί μπροστά του μία θήκη φορητού υπολογιστή. Στην δίπλα θέση. Κοιτάζει δεξιά κι αριστερά. Δεν τον βλέπει κανένας. Σκύβει, τη σηκώνει. Τη ζυγίζει. Έχει και λάπτοπ μέσα. Δικά του τώρα. Κατεβαίνει με γρήγορο βήμα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

Στέλιος Λιθοξοΐδης

Like what you read? Give ΣΤEΛΙΟΣ ΛΙΘΟΞΟΪΔΗΣ a round of applause.

From a quick cheer to a standing ovation, clap to show how much you enjoyed this story.