ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Dimitris Loukas Karakousis- A study on Frederic Leighton’s art

Εσύ ήσουν αυτός που μ’ έστειλε αναπληρώτρια. Σου εξήγησα πως δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτό. Αλλά φάνηκες σίγουρος. Θα άντεχες, είπες. Την απόσταση. Την μοναξιά. Την απουσία. Τελικά δεν άντεξες. «Κουράστηκα», έστειλες σ’ ένα μήνυμα. Κι από τότε δεν είναι τίποτα το ίδιο. Όσο κι αν εξήγησα. Όσο κι αν προσπάθησα. Να τα παρατήσω; Να γυρίσω πίσω; Δεν θες. Το καλό μου, είπες θες. Και πού ξέρεις εσύ ποιο είναι το καλό μου;

Πριν φύγω, πήρα δύο ρολόγια τοίχου. Μεγάλα. Ξύλινα. Για μένα ροζ, με κόκκινα τριαντάφυλλα. Για σένα καφέ, με τον πύργο του Άιφελ να διαγράφεται πίσω από τους δείκτες. Να μετράμε τις ώρες. Σε πόσες θα ξαναβρεθούμε. Και τώρα, έχω χάσει το μέτρημα. Πριν πόσες ώρες ήταν η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε; Δεν ξέρω αν υπάρχει λόγος να συνεχίσω να μετράω. Υπάρχει;

Σ’ αγάπησα. Ήσουν ο άντρας μου. Η αγάπη μου και ο έρωτάς μου. Είμαι πια μόνη. Φοβάμαι. Και σε μισώ. Σε μισώ επειδή ξανάρχισα το κάπνισμα. Γιατί τα δόντια μου γίνανε μαύρα από την πίσσα, γιατί τα δάχτυλά μου κιτρίνισαν. Διότι μισώ την απαίσια γεύση τσιγαρίλας, που μόνιμα αισθάνομαι στη γλώσσα και στα χείλη μου. Τον πρωινό βήχα, που παύει στο άναμμα του πρώτου τσιγάρου. Σε μισώ γιατί έχω χάσει τον ύπνο μου. Γιατί βλέπω εφιάλτες. Και πετάγομαι ιδρωμένη. Φοβάμαι. Τσιρίζω. Σε ψάχνω. Και λείπεις. Γιατί λείπεις;

Τα παιδιά στο σχολείο με λυπούνται. Κάποια με κοροϊδεύουν. Το βλέπω στα μάτια τους. Με προδίδει η εικόνα μου. Όρθιο ερείπιο. Τα μαλλιά μου ξεβαμμένα. Καμένα. Δίχρωμα. Τα μάτια μου κόκκινα. Πρησμένα. Μόνιμο συνάχι. Βήχας. Νιώθω άσχημη. Λέω πως είμαι αλλεργική στα κωνοφόρα. Λέω ψέματα. Χαζά ψέματα. Αλλά τί να πω, πως με παράτησες;

Περπατάω μόνη. Σε έναν τόπο άγνωστο, μολονότι τον γυρίζω κάθε βράδυ. Σε δρόμους που δεν ξέρω πού οδηγούν. Αυτοκίνητα τρέχουν. Κορνάρουν. Φρένα σφυρίζουν. Πρόσωπα στα πεζοδρόμια. Άνθρωποι που περπατούν, με απασχολημένα τα χέρια στο κινητό τους. Φτάνω σε σταυροδρόμια. Χάνομαι. Δεν ξέρω που να πάω. Δεξιά το εικός. Αριστερά το αναγκαίο. Μήπως να συνεχίσω ευθεία στο ενδεχομένως;

Είμαι στο σπίτι. Κάθομαι με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Σηκώνω τα γόνατα ψηλά, να κρύψω μέσα στα πόδια μου το πρόσωπό μου. Να μην βλέπω το άθλιο είδωλό μου, απέναντι στον καθρέπτη. Κι η ώρα δώδεκα. Αλλάζει η μέρα. Το ρολόι χτυπάει. Αυτήν την φορά δεν θα σημειώσω. Δεν θα προσθέσω άλλες ώρες μακριά σου. Οι συνεχείς προσθέσεις δίνουν άθροισμα την απελπισία. Τέρμα. Φτάνει. Τέρμααααααα. Πηγαίνω στο ρολόι. Με ένα σφυρί στο δεξί μου χέρι. Παίρνω φόρα, να του δώσω μια, να το κάνω χίλια κομμάτια, να μην ξαναχτυπήσει, να μη μετρήσει άλλες ώρες μακριά σου. Σηκώνω το χέρι, πλησιάζω, μα κάπου στα μισά ο πήχης μου μουδιάζει, το μούδιασμα μεταφέρεται στο μπράτσο, η σφιγμένη γροθιά χαλαρώνει, η παλάμη ανοίγει, μου φεύγει το σφυρί από τα χέρια, μαζί του πέφτω κι εγώ, εγώ και το σφυρί, σε ελεύθερη πτώση. Κατατρύχομαι. Δεν έχω τη δύναμη να το κάνω. Σίγουρα όχι σήμερα. Ίσως αύριο. Μπορεί και όχι. Ποιος ξέρει;

Λιθοξοΐδης Στέλιος

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.