ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ξυπνάω πάλι από τον ίδιο εφιάλτη. Είναι η γυναίκα μου με μια βαλίτσα στο χέρι και μου λέει πως φεύγει, γιατί δεν είναι πια ερωτευμένη μαζί μου. Εγώ πάντα την ρωτάω αν υπάρχει άλλος. Εκείνη ποτέ δεν απαντά. Μονάχα σκύβει το κεφάλι και κινείται, αφύσικα γρήγορα, προς την εξώπορτα. Βλέπω τον εαυτό μου να της γυρίζει πλάτη και να δακρύζει. Όμοια με κλισέ σκηνή χωρισμού σε αμερικάνικη ταινία. Όταν η πόρτα πίσω μου κλείνει, τρέχω προς αυτήν, την ανοίγω, βλέπω τη γυναίκα μου να απομακρύνεται, θέλω να της φωνάξω με όλη μου την δύναμη, «γύρισε πίσω» να της πω, ανοίγω το στόμα μου μα φωνή δεν βγαίνει, όσο κι αν προσπαθώ. Πετάγομαι ιδρωμένος και ηρεμώ που την βλέπω δίπλα μου κάτω από τα σκεπάσματα.

Το ξυπνητήρι θα χτυπήσει σε δέκα λεπτά. Το ακυρώνω. Να το προλάβω, μην ανησυχήσει την Μαίρη. Έχασε τη δουλειά της και παιδιά δεν κάναμε ακόμη. Δεν υπάρχει λόγος να ξυπνάει νωρίς. Βάζω ένα μπουφάν πάνω από τις πιτζάμες για να βγω στο μπαλκόνι, να απολαύσω το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Δεν καπνίζω μέσα. Δεν μ’ αφήνει η Μαίρη. Την ενοχλεί ο καπνός. Ακόμη κι αν κοιμάται. Θα ξυπνήσει μόλις το ανάψω, λες κι έχει κάποιου είδους αισθητήρα. Μετά θα τα ακούσω καλά. Φανατική αντικαπνίστρια. Για αυτό στο μπαλκόνι. Μόνο.

Επιστρέφω στο δωμάτιο. Σκύβω στο κρεβάτι, διώχνω τα μαλλιά από το πρόσωπο της Μαίρης, της δίνω ένα φιλί στο μέτωπο. Χαμογελάω, μπροστά στην υπέροχη θέα της. Μακάρι να ξύπναγε για λίγο, να αντικρίσω τα καταγάλανα μάτια της πριν φύγω. Πηγαίνω στον καθρέφτη να χτενίσω τα λιγοστά μαλλιά μου. Κουμπώνω το πουκάμισό μου, που με δυσκολία χωράει την κοιλιά μου. Χαϊδεύω το πρόσωπό μου, είναι τραχύ, χρειάζομαι ξύρισμα. Παρατηρώ πως ένα κουνούπι με τσίμπησε στην μεγάλη μου μύτη, κάνοντας την διπλάσια. Στενοχωριέμαι για αυτό. Αισθάνομαι κι από μόνος μου άσχημος, δεν χρειαζόμουν κανένα κουνούπι να χειροτερέψει την εικόνα μου στον καθρέφτη. Ας είναι. Πρέπει να ξεκινήσω για το σχολείο, να μην αργήσω στη δουλειά. Ο διευθυντής είναι αυστηρός.

Σήμερα είμαι τυχερός γιατί βρήκα πάρκινγκ ακριβώς μπροστά στο σχολείο. Καλημερίζω τη φύλακα στην είσοδο και κάνω να μπω. Μετά από λίγα βήματα στην αυλή, μου φωνάζει από την πόρτα. «Κύριε, είστε ο αναπληρωτής που περιμένουμε; Για την παράλληλη στήριξη για το παιδάκι στην έκτη;». Κοντοστέκομαι. Επιστέφω προς την είσοδο. «Όχι. Είμαι ο κύριος Κονταξής. Έχω τη δευτέρα». Η φύλακας γουρλώνει τα μάτια. Ανεβάζει τον τόνο της φωνής της. «Τι λέτε κύριε; Ο κύριος Κονταξής αγνοείται. Έχει να δώσει σημεία ζωής πέντε μέρες. Ποιος στον διάολο είστε ‘σεις που λέτε πως είστε ο κύριος Κονταξής;». Εκνευρίζομαι. «Δεν σας κατάλαβα; Λέτε να μην ξέρω ποιος είμαι; Θα φωνάξω τον κύριο διευθυντή, είστε αγενής! Κάτσε να τον πάρω ένα τηλέφωνο». Βάζω το χέρι μου στην τσέπη του παντελονιού, αλλά δεν βρίσκω το κινητό μου. Το ψάχνω σε όλες τις τσέπες. Τίποτα. Θα μου έπεσε στο αυτοκίνητο. «Κάτσε να πάρω τηλέφωνο τον διευθυντή. Θα σου δείξω εγώ τώρα» της λέω. Η φύλακας, κόκκινη πια, μου φωνάζει «μην ξανάρθεις, θα καλέσω την αστυνομία».

Ξυπνάω. Από τον ίδιο εφιάλτη. Η γυναίκα μου με μια βαλίτσα στο χέρι. Φεύγει. Τρέχω από πίσω της. Αυτήν τη φορά, η φωνή μου βγαίνει. «Μη φύγεις. Σ’ αγαπάω». Γυρίζει προς το μέρος μου. Κοιταζόμαστε στα μάτια. Δακρύζω. Το ύφος της παγερό. Δεν μιλάει. Κοντοστέκεται. Συνεχίζει την πορεία της, απομακρύνεται από εμένα.

Πετάγομαι. Το κεφάλι μου βρίσκει στην οροφή του αυτοκινήτου. Συνειδητοποιώ πως έχω τρακάρει σε ένα δέντρο. Το τελευταίο που θυμάμαι είναι πως γύριζα στο σπίτι, διότι το κινητό μου δεν ήταν ούτε στο αμάξι. Δεν έχω πάρει τηλέφωνο τον διευθυντή. Δεν πήγα στο μάθημα. Θα με ψάχνουν. Θεέ μου, πως θα δικαιολογηθώ. Θα έχουν τηλεφωνήσει στο σπίτι. Η Μαίρη θα ανησυχεί. Θεέ μου. Πρέπει να βρω τρόπο να επικοινωνήσω μαζί τους. Οσμίζομαι το αίμα μου. Θεέ μου, έχω χτυπήσει. Ακούω σειρήνες. Ακούγονται όλο και πιο κοντά μου. Ευτυχώς, θεέ μου. Έρχεται βοήθεια. Φτάσανε. Βλέπω διασώστες να σπρώχνουν ένα φορείο. Από τον καθρέφτη βλέπω αστυνομικούς να πλησιάζουν. Με βγάζουν. Με τοποθετούν πάνω στο φορείο, μου φορούν μια μάσκα οξυγόνου. Οι αστυνομικοί ελέγχουν το αυτοκίνητο. Δύο έχουν μπει μέσα, ένας ανοίγει το πορτμπαγκάζ. Βλέπω τον τελευταίο να ξερνάει. Ζαλίζομαι. Νιώθω πως χάνω τις αισθήσεις μου.

Ξυπνάω. Είμαι στο νοσοκομείο. Η πόρτα του δωματίου μου είναι ανοιχτή. Ένας αστυνομικός στέκει απέξω. Βλέπει ότι έχω ξυπνήσει. Μου χαμογελάει. Σηκώνει τον ασύρματο και λέει κάτι που δεν μπορώ να ακούσω. Στο επόμενο λεπτό φτάνουν άλλοι δύο αστυνομικοί, ένας τύπος με πολιτικά κι ένας γιατρός. «Θέλω να μιλήσω στην γυναίκα μου» τους λέω. «Να της πω ότι είμαι καλά. Θα ανησυχεί». Αυτός με τα πολιτικά κάτι ψιθυρίζει στο αυτί του γιατρού. Ο γιατρός συνοφρυώνεται και λέει «Τι να σου πω, ο αξονικός δεν έδειξε κάτι». Ο άντρας με τα πολιτικά με πλησιάζει. «Κύριε Κυριακίδη, αισθάνεστε καλά;»

«Κύριε, ονομάζομαι Νίκος Κονταξής».

Τον βλέπω που μιλάει πάλι στο αυτί του γιατρού. Αρχίζω να ζαλίζομαι. Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω. Ο γιατρός σπρώχνει τους αστυνομικούς και με πλησιάζει. Αυτό είναι και το τελευταίο που θυμάμαι.

Βλέπω πάλι τον ίδιο εφιάλτη. Αυτήν την φορά το ξέρω ότι ονειρεύομαι. Το νιώθω. Το σενάριο ίδιο. Παρόμοιο και το σκηνικό. «Μη φύγεις» της λέω. «Σ’ αγαπάω». Την κυνηγάω στην αυλή. Την Φτάνω. «Νίκο, παράτα με» φωνάζει. «Τελειώσαμε. Κατάλαβέ το». «Να το καταλάβω; Να καταλάβω τι; Γιατί με παρατάς; Τι σου έκανα; Τι του βρήκες. Πες μου. Τι;». Ξεφυσάει. Προσπαθεί να περάσει από πλάι μου. Την αρπάζω από τον λαιμό. «Θα σε σκοτώσω μωρή καριόλα». Κοκκινίζει. Οι φλέβες της στον λαιμό και στους κροτάφους κάνουν την εμφάνισή τους. Τα γαλανά της μάτια κοκκινίζουν. Η φωνή της ακούγεται ισχνή. «Δεν μπορώ να αναπνεύσω, άφησέ με». Την σφίγγω κι άλλο. Και με τα δύο χέρια πια. Κλαίω. Νιώθω την ανάσα της στα χέρια μου, να εξασθενεί κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Την αφήνω. Πέφτει στο γρασίδι. Ένα σύννεφο κρύβει τον ήλιο. Η σκιά του μας καλύπτει. Κάποιος μπαίνει στην αυλή. Έρχεται κατά πάνω μου ουρλιάζοντας, άναρθρες κραυγές. Ακολουθεί πάλη. Πέφτουν γροθιές. Φυσάει αέρας και μετακινεί τα ξερά φύλλα. Ο δρόμος νεκρός. Μόνο μία γάτα, κάθεται στον τοίχο της αυλής και παρακολουθεί την μάχη. Μου ρίχνει μια γροθιά στη μύτη. Πέφτω στο έδαφος. Έρχεται καταπάνω μου με την γροθιά του σφιγμένη. Βροντάει. Ο ουρανός έχει σχεδόν καλυφτεί από μαύρα σύννεφα. Βλέπω δίπλα μου την αξίνα. Την αρπάζω. Την κρατάω με όλη μου την δύναμη. Με πλησιάζει. Κλείνω τα μάτια μου και τον χτυπάω. Ο ήχος που ακούστηκε μοιάζει με καρπούζι που πέφτει και σπάει.

Του κλείνω τα μάτια. Κοιτάζω γύρω μήπως βλέπει κανείς. Τίποτα. Μόνο η γάτα. Αλλά οι γάτες δεν μαρτυρούν. Τον κουβαλάω μέχρι το αυτοκίνητο. Τον βάζω στο πορτμπαγκάζ. Σκέφτομαι αυτήν την λαϊκή ρήση. Δάσκαλε που δίδασκες…

Νιώθω πως ξυπνάω. Θεέ μου, δεν θέλω. Θα τρελαθώ. Θεέ μου, τι έχω κάνει. Θεέ μου, δεν έχω τις αισθήσεις μου. Θεέ μου. Ας είναι όλο αυτό μόνο ένας εφιάλτης. Κάνε να ανοίξω τα μάτια μου και να δω τη Μαίρη μου.

Λιθοξοΐδης Στέλιος

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.