Ο παλιός συμμαθητής

Eκείνη τη μέρα δεν είχα όρεξη να πάω σε κανένα μπαρ. Πέρα από όρεξη δεν είχα και λεφτά. Στεκόμουν μπροστά στον καθρέπτη, να κοιτάζω το καλοντυμένο είδωλό μου. Θα βγω. Για περπάτημα. Όχι απόψε μέσα. Όχι κι άλλο facebook. Όχι πάλι TV.
Έφτασα στο ποτάμι. Όλα τα παγκάκια ελεύθερα. Δεν υπήρχε κανείς. Χαμογέλασα. Κάθισα. Τσιγάρο, φωτιά. Κινητό στο αθόρυβο. Ησυχία. Γαλήνη. Να ακούγεται μόνο το νερό και τo γάβγισμα των αδέσποτων. Έβγαλα να μετρήσω τα ψιλά, αν φτάνουν για να πάρω τσιγάρα. Δύο μου είχαν μείνει. Πριν προλάβω να τα μετρήσω, πήρα το βλέμμα από την χούφτα μου και κοίταξα απέναντι. Μια ανθρώπινη φιγούρα μου αποσπούσε την προσοχή. Γνωστή φυσιογνωμία. Ο Νίκος. Ο παλιός συμμαθητής.
Αυτός που στο γυμνάσιο με έδερνε κι ο διευθυντής επέπληττε εμένα. Γιατί δεν είναι δυνατόν να με δέρνει ο Νίκος χωρίς να του έχω κάνει εγώ κάτι, γιατί ο Νίκος είναι παιδί άγιο, όπως μου εξηγούσε ο κύριος διευθυντής. Δεν ξέρω αν ήταν παιδί άγιο, αλλά σίγουρα ήταν παιδί μεγαλοδικηγόρου. Κακός μαθητής, αδιάφορος, φαινόταν ατάλαντος. Αλλά με λυμένο το βιοποριστικό του. Είχε όμως αυτοπεποίθηση και περηφάνια. Ήταν ένα παιδί διαφορετικό από εμάς τα υπόλοιπα. Δεν μοιράστηκε μαζί μας την αγωνία των πανελληνίων, γιατί ο μπαμπάς του θα τον έστελνε στην Ιταλία να γίνει γιατρός. Ωστόσο, οι Ιταλοί είδαν κι απόειδαν μαζί του και τον έδιωξαν από το πανεπιστήμιο. Ο Νίκος όμως δεν απογοητεύτηκε. Άλλωστε έλεγε πως η ιατρική δεν ήταν ποτέ το όνειρό του. Αποφάσισε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση κι αυτοκρατορία. Βρέθηκε στην Αγγλία για να σπουδάσει νομικά. Αλλά, οι Άγγλοι είχαν μία περιέργεια. Πίεζαν τον Νίκο να περνάει τα μαθήματα. Μετά από κανά δυο εξάμηνα ο παλιός μου συμμαθητής κατάλαβε πως σε καμία σοβαρή χώρα τα πτυχία δεν μοιράζονται σαν καραμέλες. Έτσι αποφάσισε να γυρίσει πίσω στα γνωστά του λημέρια. Να σπαταλάει τα λεφτά του πατέρα του.
Δεν ξέρω αν ο Νίκος ξέχασε πως ενηλικιώθηκε, μα δεν το ξέχασε σίγουρα η πατρίδα. Θήβα, πυροβολικό. Διαλαλούσε πως δεν θα πήγαινε, πως θα εξαγόραζε τη θητεία του, μα δεν φρόντισε να ρωτήσει τον μπαμπά του. Όχι μόνο βρέθηκε στη Θήβα για εκπαίδευση, αλλά και στη λίστα με τους υποψήφιους ΕΠΟΠ. Κι από τη λίστα των υποψηφίων, μετά από μερικά τηλέφωνα σε πολιτικούς και ανώτατους αξιωματικούς, ο Νίκος ανακηρύχτηκε δεκανέας. Με την αξία του. Όπως πάντα.
«Επ! Τι κάνεις;» μου είπε. «Ακόμα εδώ; Δεν έχεις φύγει;». Χαμογέλασα χωρίς να τον κοιτάζω. «Εγώ πήγα Αγγλία, Ιταλία. Σαν την Ελλάδα δεν έχει». Τι να του έλεγα, ότι τα ξέρω; Ότι η πόλη είναι μικρή κι ότι θες δεν θες, όλα τα μαθαίνεις; Όχι. Δεν του είπα τίποτα. Συνέχιζα να χαμογελάω σαν αμήχανος. «Θα μου δώσεις ένα τσιγάρο;» συνέχισε. Έβγαλα το προτελευταίο μου τσιγάρο και του το έδωσα. «Σ’ ευχαριστώ» μου είπε και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Έγνεψα καταφατικά και συνέχισα να χαμογελάω. Μέχρι που δεν κοιταζόμασταν πια. Άναψα το τελευταίο μου τσιγάρο. Το ρουφούσα αργά, να μη τελειώσει ποτέ.
Στέλιος Λιθοξοΐδης

