Σαββατιάτικη έξοδος

H γραβάτα τον έσφιγγε. Μισούσε το λευκό πουκάμισο που φορούσε και γενικά όλα τα πουκάμισα. Το κίτρινο τζιν παντελόνι, μάρκας Armani, τον έκανε να ντρέπεται. Δεν του άρεσαν τα τζιν της μόδας, προτιμούσε τα κλασσικά μπλε. Τα παπούτσια του, του φαίνονταν άθλια. Ήταν κάτι μαύρα Louis Vouitton. Αλλά ήταν Louis Vouitton. Κι αν τα παπούτσια είναι Louis Vouitton, δεν τολμάς να πεις πως δεν θέλεις να τα φορέσεις. Ήταν Σάββατο. Και Σάββατο οι νέοι πηγαίνουν σε κάτι πολιτισμικά κέντρα, που λέγονται κλαμπς. Και για να πας στο κλαμπ, οφείλεις να ντυθείς καλά. Όσο κι αν σιχαίνεσαι τις γραβάτες, τα ακριβά πουκάμισα, παντελόνια και παπούτσια, στο κλαμπ δεν φοράς το αγαπημένο σου V μπλουζάκι, το τζιν που πήρες από την λαϊκή και τα παπούτσια από τον παπουτσά της γειτονιάς. Μπορεί στο δρόμο για το κλαμπ να συναντήσεις και κανά Χριστιανό που ψωμολυσσάει, αλλά στο μαγαζί πάμε όλοι καλοντυμένοι. Για να μη φάμε πόρτα. Για να μας δώσουν ένα καλό σταντ, στο κέντρο του μαγαζιού κι όχι δίπλα στις τουαλέτες. Για να μας προσέξουν οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι. Να κάνουμε εντύπωση. Να βγούμε ωραία σέλφι. Να πάρουμε πολλά λάικς.

Το ντύσιμό του κόστιζε περισσότερα απ’ όσα είχε στον λογαριασμό του στην τράπεζα. Δεν τα είχε αγοράσει ο ίδιος. Ήταν χορηγία του θείου του από την Αμερική. Έφτασε στο κλαμπ, τον περίμενε η παρέα του έξω από εκεί. Όλοι το ίδιο καλοντυμένοι. Ο πορτιέρης χαμογελαστός άνοιξε την πόρτα και ψιθύρισε κάτι στο μικρόφωνο της ενδοεπικοινωνίας. Εμφανίστηκε μια μελαχρινή ημίγυμνη υπάλληλος, επίσης χαμογελαστή, και τους οδήγησε στο τραπέζι τους. Το μαγαζί γεμάτο. Όλοι χορεύουν. Σκοτάδι. Ημίφως. Αλκοόλ. Μια τέλεια μετριότητα. Αυτός με σκυμμένο το κεφάλι. Να αισθάνεται άβολα, γιατί έχει ντυθεί (ή καλύτερα του έχουν επιβάλλει να ντυθεί) σαν σταρ του ποδοσφαίρου που πάει να παραλάβει τη χρυσή μπάλα. Μια φορά σηκώνει το κεφάλι να δει τον κόσμο. Και βλέπει εκείνη. Την Λίλιαν.

Την ήξερε με το πραγματικό της όνομα. Ηλιάνα. Συμμαθητές στο λύκειο. Ανεπρόκοπη με τα μαθήματα, αλλά όμορφη. Πολύ όμορφη. Κι η ομορφιά μετράει. Αυτός έγινε γιατρός, αυτή μοντέλο. Την κοιτούσε επίμονα, μα εκείνη ασάλευτη, σαν πρόσωπο σε εικόνα. Έσκυψε ξανά το κεφάλι του κάτω. «Δεν είμαι εγώ για αυτήν», ψέλλισε.

Ήπιε το ποτό του. Κοίταξε την ώρα στο παλιό Panasonic κινητό του, ήταν περασμένη, ανακοίνωσε στην παρέα του ότι θα φύγει. Άντεξε στις αποδοκιμασίες των κολλητών του για τον λόγο ότι θα φύγει πάλι νωρίς και μόνο αφού υποσχέθηκε νέα έξοδο την επόμενη εβδομάδα, τον άφησαν να φύγει χωρίς διαμαρτυρίες. Χαιρέτησε με χειραψία έναν-έναν τους φίλους του κι έφυγε, με δυσκολία, λόγω της συμφόρησης, από το μαγαζί.

Στο πάρκινγκ συναντά την Ηλιάνα. «Σιγά μη με θυμάται», σκέφτηκε. Κάνει πως ψάχνει κάτι στο κινητό του, για να μη συναντηθούν τα βλέμματά τους. Μα κάτι ακούει, μια φωνή, αισθησιακή φωνή, «Παναγιώτη;» του λέει, φώναξε το όνομά του. «Ηλιάνα!» της λέει και το πρόσωπό του φωτίζεται, σαν η φωνή αυτή να μίλησε απευθείας στην ψυχή του. Τείνει το χέρι του να σφίξει το δικό της. Το ίδιο κι αυτή. Πλησιάζονται με τα χέρια τεντωμένα. Δεν είναι να γραφτό όμως να τα δώσουν. Το κινητό της Ηλιάνας χτυπάει και χαλάει τη στιγμή. Μιλάει σε κάποιον. Του φωνάζει ψιθυριστά. Χαμογελάει στον Παναγιώτη, «χάρηκα που σε είδα» του λέει και πηγαίνει προς την πίσω πόρτα του κλαμπ (αυτή που είναι μόνο για το προσωπικό) με βήμα ταχύ κι έπειτα τρέχοντας, πάνω στα ψηλοτάκουνά της, τόσο άσχημα, σαν άλογο που το καβαλάει αδέξιος καβαλάρης.

Κι από την Ηλιάνα κάτι πέφτει. Κάτι που είναι τυλιγμένο με αλουμινόχαρτο. Της φωνάζει, όμως αυτή δεν τον ακούει. Ο Παναγιώτης σκύβει να πιάσει το χαμένο αντικείμενο. Προσπαθεί να το βάλει στην τσέπη του παντελονιού του, όμως αυτό δεν χωράει να μπει ολόκληρο. Η τσέπη του είναι ήδη γεμάτη. Βάζει το χέρι του στην τσέπη, να βγάλει το κινητό του, να αποσυμφορήσει τον χώρο. Αισθάνεται πως κάτι τον έχει τρυπήσει στον μέσο του αριστερού του χεριού.

Τραβάει απότομα το χέρι του από την τσέπη. Βγάζει το χαμένο αντικείμενο της Ηλιάνας, σκίζει το αλουμινόχαρτο κι ξεπροβάλλει μία σύριγγα, με τη βελόνα τοποθετημένη. Την πετάει κάτω. Χαλαρώνει τον κόμπο της γραβάτας του, ξεκουμπώνει το κουμπί από τον γιακά του, σκουπίζει τον ιδρώτα από τον λαιμό του με την ανάστροφη της παλάμης του. Κοιτάζει το τρυπημένο δάχτυλο. Το πιέζει με τον αντίχειρα. Μια μικρή μπάλα αίματος, ίσα με το κεφάλι της βελόνας, κάνει την εμφάνισή της στο τραύμα. Σηκώνει το χέρι γροθιά, στο ύψος των ματιών του με το τραυματισμένο δάχτυλο υψωμένο στον ουρανό, σαν να κάνει τη γνωστή αμερικάνικη χειρονομία σε κάποιον αόρατο άνθρωπο απέναντί του. Φυσάει την μπάλα αίματος, αυτή σπάει, σχηματίζοντας ένα μικρό ρυάκι, σαν κόκκινη κλωστή. Ένα δάκρυ χάνεται στα πυκνά του γένια. Φεύγει από το πάρκινγκ, βγαίνει στον δρόμο. Περπατάει προς το σπίτι του. Περπατάει προς το ενδεχομένως.

Λιθοξοΐδης Στέλιος

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.