Reservations only

Πήγαινε κάθε μέρα θάλασσα. Μόνος του. Από το πρωί, μέχρι να δύσει ο ήλιος. Κάρφωνε την ομπρέλα του στην άμμο, άπλωνε τη ψάθα, πετούσε την τσάντα πάνω της, έμπαινε στο νερό, κολυμπούσε κανά μισάωρο, έβγαινε, ξάπλωνε, διάβαζε το «Σπούτνικ αγαπημένη», έπεφτε ο ήλιος, έφευγε. Ρουτίνα. Πρόγραμμα.

Μια μέρα που είχε περισσότερα φιλοδωρήματα, αποφάσισε να πάει σε beach bar. Φραπέ συν ξαπλώστρα, ένα τάλιρο. Παραγγέλνει, πληρώνει, βουτάει, τυλίγεται με την πετσέτα, ξαπλώνει, Σπούτνικ αγαπημένη. Κατέβασε το βιβλίο και γύρισε το πρόσωπο προς τη δίπλα ξαπλώστρα. Φόρεσε τα φιμέ γυαλιά ηλίου. Παρόλα αυτά, η μελαχρινή που περιεργάζεται δείχνει τα τον έχει καταλάβει. Αρπάζει το κινητό της και μιλάει στο messenger. Ο ήχος ειδοποίησης ληφθέντων ακούγεται ξανά και ξανά. Δεν τον νοιάζει με ποιον στέλνει μηνύματα. Φίλος, φίλη, γκόμενος. Ένα από τα τρία. Αυτός θα της μιλήσει. Θα βρει μια ευκαιρία. Την κοιτάζει. Μαυρισμένα πόδια. Βραχιόλι στον αστράγαλο. Σκουλαρίκι στον αφαλό. Πλούσιο στήθος. Μπεζ μαγιό. Μπλεγμένο στην πετσέτα της, υπάρχει ένα βιβλίο. Το είδε. Φαίνεται μόνο ο συγγραφέας. Όχι ο τίτλος. «Ποιο του Μουρακάμι είναι;» της είπε. «Διαβάζεις Μουρακάμι;» είπε εκείνη. Σηκώνει το βιβλίο του. Η κοπέλα χαμογελάει. Διαβάζουν το ίδιο βιβλίο.

Πιάσανε κουβέντα. Από τον Μουρακάμι πήγανε στον Τανιζάκι, από τον Τανιζάκι στον Καβαμπάτα κι από κει στην θάλασσα. Παρέα. Οι δυο τους. Να που η ιαπωνική λογοτεχνία κάνει και κονέ. Μέσα στη θάλασσα αγκαλιάζονται, πετάει ο ένας νερό στον άλλον, κολυμπούν μαζί, κάθονται, επιπλέουν στο νερό, μιλάνε. Βγαίνουν έξω, παίζουν ρακέτες, σκάβουν την άμμο, να βρουν νερό. Σηκώνουν το κεφάλι, συνειδητοποιούν πως είναι μόνοι. Η ώρα πέρασε. Η παραλία άδειασε. «Καλά τι ώρα πήγε;» είπε εκείνη. Ο άλλος σήκωσε τους ώμους του «δεν ξέρω», της είπε. «Πρέπει να φύγω. Χριστίνα.» του είπε κι έτεινε το χέρι της προς το δικό του. «Θανάσης» είπε και χαμογέλασε. Χαμογέλασε κι εκείνη. Γύρισε να φύγει. «Θα σε ξαναδώ;» της φώναξε. «Έλα στο μπαρ στην παραλία. Αλμύρα λέγεται», είπε η Χριστίνα χωρίς να σταματήσει να προχωράει.

Ένα τελευταίο εικοσάρικο. Θα το δώσει στο «Αλμύρα». Το ποτό του και το δικό της. Θα της κεράσει το ένα και θα βρει δικαιολογία να μην πιει άλλο. Ντύνεται. Ό,τι έχει σε πιο επίσημο. Τζιν παντελόνι και πουκαμισάκι. Παπούτσια ξεθωριασμένα από τη χρήση.

Έξω από το μπαρ. Κοιτάζει την ώρα. Με την ανάστροφη της παλάμης του σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Βηματίζει πέρα δώθε, παράλληλα με το μπαρ. Το πήρε απόφαση. Θα μπει. Πλησιάζει την είσοδο. Κάνει να εισέλθει, πετάγεται έξω ένας φουσκωτός, στέκεται μπροστά του, «reservations only», του λέει. «Έλληνας είμαι». «Φίλε μόνο με κράτηση. Την επόμενη φορά». Γυρίζει να φύγει. Κοντοστάθηκε. Μία BMW παρκάρει έξω από το μπαρ, τέσσερις τύποι πλησιάζουν την πόρτα, ο μπράβος υποκλίνεται, τους ανοίγει. «Αυτοί είχανε κάνει κράτηση;» φωνάζει στον φουσκωτό. Αυτός δεν του απαντάει. Ο Θανάσης έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε να περπατάει μακριά.

Μπήκε στο καζίνο της περιοχής με ένα εικοσάρικο στο χέρι. Αυτό που ήταν να δώσει στην «Αλμύρα». Η τύχη στο καζίνο άλλαξε. Με είκοσι ευρώ μπήκε, με είκοσι χιλιάρικα φεύγει. Με δέκα στο χέρι. Τα άλλα δέκα θα του τα βάλουν τράπεζα. Δεν είχε διαθέσιμα τόσα μετρητά το καζίνο. Πήγε στο σπίτι. Ξεντύθηκε. Ξάπλωσε και κοιτούσε το ταβάνι. Τότες πετάχτηκε όρθιος. Στάθηκε μπροστά στον καθρέπτη. Γυμνός. Φόρεσε με γρήγορες κινήσεις ένα αμάνικο λευκό φανελάκι, το γαλάζιο μαγιό του και κάτι παντόφλες με δίχαλο. Γέμισε το πορτοφόλι με κάποια από τα κερδισμένα λεφτά κι έτρεξε στο «Αλμύρα». Ίσως και να την προλάβαινε. Η νύχτα είχε λίγες ώρες ακόμα.

Έφτασε έξω από το μπαρ. Με γρήγορο βήμα κατευθύνθηκε στην είσοδο. «Πάλι εσύ;» του είπε ο πορτιέρης. «Αφού σου είπα. Για να μπεις, θέλει κράτηση». Ο Θανάσης χαμογέλασε. Στεκόταν ακίνητος και χαμογελαστός μπροστά του. «Φίλε δεν καταλαβαίνεις; Πήγαινε!» του ξαναείπε μέσα από τα δόντια του. Ο Θανάσης άνοιξε το πορτοφόλι κι έβγαλε από μέσα ένα κατοστάρικο. Το δίπλωσε στη μέση και το έβαλε στην τσέπη του πουκαμίσου του πορτιέρη. «Μην στενοχωριέσαι φίλε. Θα βρω να καθίσω» του είπε και του έκλεισε το μάτι. Ο μπράβος συνοφρυώθηκε. Πήγε προς την άκρη της εισόδου. Ο Θανάσης μπήκε μέσα.

Λιθοξοΐδης Στέλιος

    ΣΤEΛΙΟΣ ΛΙΘΟΞΟΪΔΗΣ
    Welcome to a place where words matter. On Medium, smart voices and original ideas take center stage - with no ads in sight. Watch
    Follow all the topics you care about, and we’ll deliver the best stories for you to your homepage and inbox. Explore
    Get unlimited access to the best stories on Medium — and support writers while you’re at it. Just $5/month. Upgrade