Κριτική προσέγγιση

Στο βιβλίο της Μαρία Ρασσιά

«Η ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ»

Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Γράφει η Βάλη Τσιρώνη

υπεύθυνη ηλεκτρονικής ύλης περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Συνεργάτης λογοτεχνικού περιοδικού ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Ιατρός-Νομικός-Λογοτέχνης

Μέλος της Διεθνούς Ενώσεων Κριτικών Λογοτεχνίας

(υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ)

«Ένα παιδί της είχε πει θυμωμένο πως ο πατέρας της είναι ψεύτης, ότι άλλα λέει και άλλα κάνει. Εκείνη σκεφτόταν ότι είναι ένας περισσότερο φοβισμένος άνθρωπος από τους υπόλοιπους και πίστευε ότι ο λαός του δίνει ό,τι πολυτιμότερο έχει: την αγωνία για να διατηρηθούν οι φόβοι, σαν ένα κομμάτι κρέας, κατακόκκινο και γλιστερό, έτοιμο για κατανάλωση’ κι εκείνος το παίρνει και το καταψύχει για να διατηρηθούν οι χυμοί του.»

(σελ.119)

Η επιδίωξη των ζωών να συλλέξουν την μπετονιέρα του μέλλοντος τους, αιτιολογεί καμμιά φορά τη διόραση των εμπαιγμών στο λουτήρα της αντοχής του καθενός μας και παρασέρνει σε μια συρραφή τιμιότητας στα έκδοχα της ύπαρξης.

Η συγγραφέας Μαρία Ρασσιά, στο βιβλίο της αυτό «Η απόλαυση της σκιας» που κυκλοφορεί σε μια εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, μας μεταφέρει με το κουκούλι των λέξεων της, την ορφάνια των πράξεων όταν ρουχιζονται τυχαιότητα και δεν εφορμούνται από τη χλαμύδα των ψυχών.

Παρόλο που αυτό είναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως και όταν το κράτησα στα χέρια μου και ξεκίνησα να το διαβάζω, η αλήθεια είναι πως είχα ένα κράτημα προσοχής, καθότι συνήθως τα πρώτα βιβλία ενός συγγραφέως είναι πρωτολειακά και περπατούν με αγκομαχητά στην α φήγηση, ωστόσο παρά το κράτημα μου αυτό, η Μαρία Ρασσιά, από τις πρώτες πρώτες κιόλας προτάσεις του βιβλίου της αυτού, κατόρθωσε να με παρασύρει στο ανοιχτό κατώφλι της σκέψης της, μπερδεμένη με τη ναύλωση του ξαφνικού στο οροπέδιο των πιθανοτήτων όσων πραγματεύεται.

Λόγος απλός, γεμισμένος με το έναυσμα της καταλληλότητας για κάθε περιστατικό, στιλβωμένος προμοιώσεων και μεταφορών, εμψυχωμένος με σαφήνεια, από τον οποίο απουσιάζουν οι βουτηγμένες στο δίαυλο της επιτήδευσης περούκες των εκφράσεων, διευκρινίζει το έδρανο της αφήγησης.

«Το διαισθάνονταν το κρυμμένο σκοτάδι ο Ιάσονας, ακόμη κι όταν κοιμόταν βαθιά. Ένα βράδυ που δεν της κολλούσε ύπνος, όταν ξαφνικά έγινε γενική διακοπή ρεύματος σε όλη την επικράτεια, εκείνος πετάχτηκε τρομαγμένος και άναψε αμέσως το φακό που είχε στο κομοδίνο του. Άναψε και όλα τα διακοσμητικά κεριά. Τα παιδιά το χάρηκαν τόσο πολύ, νόμιζαν ότι όλη η πόλη ήταν μια τεράστια σπηλιά στο βάθος της γης και έλεγαν τα δικά τους, ότι θα εμφανιστεί ο κρυμμένος δεινόσαυρος και η γριά νυχτερίδα.»

(σελ.108)

Κατασκηνώνοντας σε ποδήλατα αλήθειας, τα πασούμια των ηρώων του βιβλίου, πλεγμένα σε διαζώματα εντιμότητας, κοστολογούν την απάθεια των συλλογισμών τους στη κάθετη κασέτα της βλέψης και προσπαθούν αν διευκρινήσουν το ερμάρι της ζωής που τους έλαχε να ζήσουν, ζυγιάζοντας το καλέμι του κινδύνου στο φλασκί των γεγονότων που τους τυχαίνουν και κουρδίζοντας τα νήματα των προσοχών στη χωνεμένη ψαλίδα κάθε αιτίας που μπορούν να συλλογιστούν για να τα δικαιολογήσουν γρυλίζοντας μια αυτάρκεια στο σκεπάρνι των εαυτών τους.

«Είμαι κλεισμένος στο διαμέρισμά μου, στον εικοστό πέμπτο όροφο του οικήματος. Έχω κάνει σίγουρα ένα φόνο και τώρα τελευταία είμαι πεπεισμένος ότι δεν είναι μόνο ένας. Δεν θυμάμαι κανένα από τα θύματά μου, ούτε και τις λεπτομέρειες. Έχω σκαρφαλώσει τώρα στην ταράτσα του κτιρίου και η λευκή καμπούρα μου, σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας, με οδηγεί προς τα κάτω. Βρέχει θειάφι και βλέπω μπροστά μου όλα τα θύματά μου. Έχουν το ίδιο πρόσωπο μ΄ εμένα και αρχίζουν να βγάζουν λευκές καμπούρες»

(σελ. 78)

Στο βιβλίο αυτό της Μαρία Ρασσιά, υπάρχει και γίνεται αντιληπτή μια παραδερμένη σφίγγα τριβής στο φύραμα της μνήμης που μαλακώνει τη στάση των μοναξιών…

Το αλλόκοτο, η συγγραφέας κατορθώνει να το τρυπώσει στο ύφασμα της αφηγηματικής της ικανότητας, ανοίγοντας το βάθος μιας γνάθου δικαιολογιών που φουσκώνει το χρωστήρα της ψυχής των ηρώων της και κάμπτοντας την τέρψη των εαυτών. Αυτό είναι μια τεχνική δύσκολη και που απαιτεί μεγάλη ακρίβεια.

Σε αυτό το βιβλίο, με εξέπληξε η δύναμη της συγγραφέας να θηρεύσει τους συνειρμούς του αναγνώστη στα πλήρη ιμάτια όλων των ενδεχομένων ακόμη και εκείνων που η ίδια δεν περιγράφει στο βιβλίο της. Με εξέπληξε η δυναμιτισμένη εκδορά του λόγου της που βιδώνεται με αξιοπρέπεια κατά μήκος του βιβλίου της. Λείος ο λόγος της και οι εκφράσεις της στις φλύαρες χειρονομίες των ψυχών των ηρώων του βιβλίου της κουρνιάζει στο διάδρομο των λέξεων σαν φίλος στον ώμο των πρωταγωνιστών. Κι αυτό είναι μια ιστορία για άξιους τεχνίτες του λόγου.

Της ευχόμαστε να εκκινεί πάντοτε ο ενθουσιασμός τη ροδέλα της ψυχής της και το μεράκι του νου της να μας δίνει τέτοια αριστουργηματικά πλεονάσματα φιλεμάτων ανάγνωσης και γραφής.

Έχει σίγουρα βρει το δικό της δρόμο και τη λογοτεχνική της έκφραση που την χαρακτηρίζει.