Ο Κούνδουρος και ο Άγιος Νικόλαος

Γράφτηκε στη στήλη “Ιχνηλασίες” της καθημερινής εφημερίδας “ΑΝΑΤΟΛΗ” με αφορμή το θάνατο του κορυφαίου σκηνοθέτη.

Αυτός ο τόπος, είναι νεοκατοικημένος. Κι έχει όλα τα κουσούρια που προκαλεί η έλλειψη ιστορικής συνέχειας. Μια ασύνδετη κοινωνία που κινήθηκε αυθαίρετα, με βιασύνη, επιπολαιότητα, απληστία, συχνά χωρίς αρχές, στόχους και συνοχή. Κι όμως ένας νέος, προικισμένος τόπος, χωρίς «ιστορικά βάρη» και απαγορεύσεις θα μπορούσε να προκαλέσει ενθουσιασμό, να στηρίξει το δημιουργικό οίστρο, να υιοθετήσει πρωτοπόρες δράσεις.

Μόνο που στον Άγιο Νικόλαο, δύσκολα μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως κάτι τέτοιο συμβαίνει. Δεν καταφέραμε ποτέ να καλλιεργήσουμε μια δημιουργική «φυγή προς τα μπρος». Σε κανένα τομέα. Μόνο στον τουρισμό λέμε πως είμαστε πρωτοπόροι. Αλλά λέμε την μισή αλήθεια. Πρωτοπόροι ήταν τη δεκαετία του ‘60 ο Σωτήρχος, η Νάκου, ο Κοκοτός και ο Κούνδουρος. Αλλά στην πορεία του χρόνου, κυριάρχησαν οι μεταπράτες της πρωτοπορίας αυτής. Για αυτό και τα τελευταία χρόνια χαρακτηριζόμαστε από υστέρηση ακόμα κι εκεί που κάποτε ξεχωρίζαμε.

Θαρρώ πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι καταχραστήκαμε άπληστα την προίκα της φύσης, και δεν κατανοήσαμε ποτέ, ούτε τα πρόσωπα που μας άνοιξαν δρόμους, ούτε τα μηνύματα που μας έδωσαν.

Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν ένας από τα πρόσωπα αυτά. Από εκείνους που θα πρέπει να μετρήσουμε για την ευεργετική τους παρουσία στον τόπο. Προσπερνώ την κενή περιεχομένου καύχηση πως ήταν Αγιονικολιώτης. Από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Υπήρξε ανήσυχο, δημιουργικό πνεύμα. Στο βαθμό που θέλησε, του επιτράπηκε ή τα κατάφερε να παρέμβει στον τόπο αυτό — το φως και την ομορφιά του οποίου αναγνώριζε και λάτρευε — άφησε το δικό του στίγμα. Ο Κούνδουρος για τον Άγιο Νικόλαο, είναι μέτρο σύγκρισης της κλίμακας ανάμεσα στην αισθητική και την κακογουστιά.

Ο Κούνδουρος για τον Άγιο Νικόλαο, είναι μέτρο σύγκρισης της κλίμακας ανάμεσα στην αισθητική και την κακογουστιά.

Με την ιστορική οικία που έκτισε στην περιοχή του Όρμου, με τα σχέδια του «Μίνως Μπήτς» που είχαν την αισθητική του προσέγγιση, με την αρχοντιά της λιτότητας που εξέπεμπαν οι λευκές επιφάνειες που δημιουργούσε, μέσα στα γήινα φυσικά χρώματα. Δημιουργίες χωρίς έπαρση, αρμονικά δεμένες με τη φύση. Προέκταση μιας λαϊκής παράδοσης την οποία ο Κούνδουρος κατανοούσε όπως όλοι οι μεγάλοι μεταπολεμικοί δημιουργοί. Τεράστια ευεργεσία.

Δείτε τη λίμνη που «παρέδωσε», ως εικαστική σύλληψη. Το ζωντανό κινηματογραφικό σκηνικό που στήθηκε, με λιτές παρεμβάσεις. Μας έφτιαξε ή βοήθησε τέλος πάντων να φτιαχτεί, ένας «κουμπαράς» που συγκέντρωνε ομορφιές, έκρυβε μυστικά και έδινε ερεθίσματα για μυθοπλασίες, δημιουργούσε συναισθήματα, διέγειρε αισθήσεις και εικόνες και προκαλούσε βιώματα για τα οποία δεν είχε αντίρρηση κάποιος να πληρώσει το αντίτιμο για να τα ζήσει. Στη λογική αυτή, ο τόπος γινόταν ένας προορισμός στον οποίο ερχόταν ο επισκέπτης για να δει τον τρόπο ζωής και κατέληγε να βιώνει μια εμπειρία ζωής.

Παρατηρείστε την σημερινή εικόνα. Η αντίληψη της βιομηχανίας. Αυτή η ηλιθιότητα την οποία αναπαράγουν βλακωδώς όλοι σήμερα μιλώντας για «βαριά βιομηχανία». Αδηφάγο, αχόρταγο, άπληστο ον γίνεται ο άνθρωπος, όταν απολέσει τη σχέση του με το περιβάλλον. Φυσικό και κοινωνικό. Όταν δει «τον ασκιανό του στον κόλυμπο» όπως έλεγαν οι παλιοί θυμόσοφοι. Η μεγεθυμένη εικόνα του «ισχυρού» τον κάνει να θέλει να καταπιεί τη φύση, το διπλανό του, να κυριαρχήσει, να γευτεί τα λάφυρα της ισχύος…

Από τους φωτεινούς δρόμους που άνοιξε ο Κούνδουρος με τις δικές του αισθητικές παρεμβάσεις σε αυτό τον τόπο, εμείς κρατήσαμε μόνο το οικονομικό κέρδος. Φτιάξαμε το μύθο του χρήματος, όπως οι ερυθρόδερμοι της Αμερικής σάστισαν μπροστά στις γυάλινες χάντρες. Μέχρι που ξέφτισαν.

Το σημερινό συνονθύλευμα της πλαστικούρας, των υποπροϊόντων γύρω από τη λίμνη, του καμακιού στους Αγιονικολιώτες κυριαρχούν. Τα καρκινώματα είναι εδώ. Δείτε αυτόν τον ξεπεσμό που σέρνεται χρόνια τώρα, χωρίς αντίδραση, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές, με την αποδοχή όλων και με το θράσος του πρόσκαιρου «ιδιοκτήτη». Εκείνου με την ξιπασιά του νεόπλουτου που διακατέχει όσους κερδοσκοπούν σε βάρος των υπολοίπων.

Όχι μόνο δεν μιμηθήκαμε τον Κούνδουρο ανοίγοντας τον δρόμο για νέους μύθους, δημιουργώντας τον δικό μας, αλλά γκρεμίσαμε και τους παλιούς. Από αυτόν τον «κουμπαρά» που βοήθησε να φτιαχτεί, ζουν ακόμα πολλοί σε αυτό τον τόπο. Κι αλλού. Κι ας θρυμματίστηκε πριν πολλά χρόνια. Η διάσταση της δημιουργίας και το πνεύμα του δημιουργού αποτυπώνεται σε αυτά που μένουν στο χρόνο. Και το φως που εκπέμπουν τα έργα του Νίκου Κούνδουρου, θα διατηρηθούν γιατί δεν είναι αναλώσιμα. Να τονίζουν την αντίθεση. Να μας προσκαλούν σε αφύπνιση. Να συγκροτούν τη μεγάλη πρόκληση για όλους μας. Να καλούν σε μία νέα αφετηρία. Σε έμπνευση. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη προσφορά που μπορούσε να δώσει στον τόπο.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ