Δέντρα αναπνέουν

χλωρίδα ανεμοδέρνεται

με το άγγιγμα του γέροντα βοριά

υγρό το χορταράκι

στη ροδαλή παλάμη

τα χείλη τρεμοπαίζουν έναν ρυθμό

τα μάτια δακρύζουν

πικρίζουν

νιώθω και δεν νιώθω

υπάρχω και δεν υπάρχω

ο χρόνος σταμάτησε

το άπειρο τραγουδά

έναν αρχέγονο μελωδικό ρυθμό

απροσδιόριστα αρμονικό

κλαίω

δεν τραγουδώ

σταμάτησα να ζω

δεν θέλω να υπάρχω

θέλω να είμαι εδώ

για πάντα

να βιώνω την αιωνιότητα

της αψεγάδιαστα ακατάστατης Φύσης

πλάι της να καταλάβω τι είμαι

είμαι;

κλαίω πολύ

τα χέρια θέλουν να ξεσκίσουν τα σωθικά

να τα προσφέρουν

στην τελειότητα του μεγαλείου της

τί είμαι όταν μου προφέρεις το θείο δώρο που δεν εκτιμώ;

στο δίνω

δεν το έχω ανάγκη

μόνο εδώ να είμαι

να παρατηρώ

οι πευκοβελόνες πέφτουν γεωμετρικά ακατάστατα απάνω

στο γυμνό κορμί

είμαι γυμνή;

μες στη γυμνότητα εναρμονίζομαι

με τον άγριο παράδεισο

βαμβάκια οι πευκοβελόνες

στη γυμνότητα

Ω γλυκά που νανουρίζουν

κλαίω

πονώ

αλλά ξέρω

αλήθεια

αρχέγονη αλήθεια

Θα γλυκοφιλώ τα μάτια σου σαν αόμματος Ιούδας

«Αβέβαιο»

*ο έρωτας για την φύση, ο θάνατος και η ζωή μαζί, η αναγέννηση

2013

Like what you read? Give BlueMoon a round of applause.

From a quick cheer to a standing ovation, clap to show how much you enjoyed this story.