Αβελτηρία

Το προσόν, με τις δάφνες να φυτρώνουν χρόνια δίπλα του, μαράθηκε και αναδύθηκε το άγριο σκεβρωμένο προσωπείο της αλήθειας.

Το πρώτο έγινε έσχατο και το έσχατο φωτοβολήθηκε ως η μέγιστη αλήθεια.

Ο κόμπος στο λαιμό του διαλύθηκε και ό,τι ανέκφραστο όδευε για λιγμό, γίνηκε τώρα αλαλαγμός.

Και στη θέα του άγριου ζώου, από αλήθεια ορμώμενος, έτρεξε πίσω του με περηφάνια Βασιλιά, κραυγάζοντας με όλη των πνευμόνων του τη δύναμη, σαν να χτυπούσε την ψυχή του σιδηρούν μαστίγιο, και το ´κανε να εξαφανιστεί έτσι βιαίως όπως ήρθε.

Τώρα όμως πρέπει να είναι μονάχος.

Με ένα λιγμό ν’ αφήσει αυτό που σκότωσε και χρόνια τον σκοτώνει. Να το τιμήσει και εμβατήρια να του παίξει.

Γιατί η νίκη είναι ίση με την ήττα, όταν αυτό που ηρωικά καρφώνεις, σε ξεσκίζει.

Όμως ως νικητής περνάει πια τις πύλες. Γιατί εδέησαν οι καιροί να προχωρήσει. Με ταπεινότητα περνάει το κατώφλι. Στο ιερό σκύβει με περισσή ευλάβεια. Τα χέρια του ενώνει προς το σύμπαν…

Μα η προσευχή αυτή δε είναι σαν τις άλλες. Αβέλτερος αυτός πια δεν δηλώνει. Ως άλλος στέκει εδώ που ήταν άλλος.

Και «αυτός που χάθηκε και βρέθηκε συγχρόνως» γνωρίζει πια τη μέγιστη αρχή μνήμης και ζέσης.

Πως κάθε φως σκοτάδια μεγαλώνει. Και κάθε σκότος παράλληλα ψηλώνει.

Και όταν ξανανυχτώσει στην γωνιά και έρθει ο φόβος, θα τον δεχτεί όπως αρμόζει στην ψυχή του. Με περηφάνια, γιατί είναι η ζωή του. Στον ίδιο δρόμο ο πόνος και η αγάπη.