Αλγηδόνα

Παρατηρώ καιρό τους ανθρώπους. Και πρώτα εμένα.

Τίποτα δεν μου είναι άγνωστο και τίποτα δε βλέπω που δε με αφορά.

Συνάντησα εψές μια λυγερόκορμη. Μιλούσε όμορφα όπως και γώ. Με κοιτούσε στα μάτια και μου γέλασε σαν να άκουγε για πρώτη φορά άνθρωπο να μιλά.

Τη γνώρισα, την άφησα, την ξαναβρήκα. Το ίδιο και αυτή. Και μιλούσε ακόμα για όλα αυτά.

Πιο παθιασμένα ακόμα. Για Αγάπη, για Έρωτα, για τη δύναμη της Ένωσης των Ψυχών….

Μοίραζε χωρίς δεύτερη σκέψη στιχάκια και ποιήματα επιφανών και ελαφρών. Τραγούδια και ακούσματα βαθιά, όχι της επιφάνειας. Με πάθος και ζέση λες και η ψυχή της ήταν ταγμένη σε όλα τούτα που οι υπόλοιποι στη ζωή μας αναζητούμε και δύσκολα κατακτούμε έστω κάποιο απ’ όλα αυτά!

Τη γνώρισα, την άφησα, την ξαναβρήκα. Το ίδιο και αυτή. Να μιλά και πάλι για τα ίδια.

Μα τώρα τη λυπήθηκα. Μαζί και μένα. Γιατί στο πέρας του χρόνου οι υποψίες γεμίζουν σαν κόκκινα μπαλόνια και πετάνε ψηλά στον ουρανό αφήνοντας τις βεβαιότητες γυμνές στη γή.

Εκεί είναι που καταλαβαίνεις ότι μιλούν γι’ αγάπη όσοι δεν μπορούν να αγαπήσουν, μιλούν για πάθος όσοι μονάχοι ιδρώνουν τις νύχτες, μιλούν για ακούσματα όσοι ποτέ δεν έκαμαν τη φωνή τους τραγούδι για κανένανε, μιλούν για μένα όσοι ποτέ δεν τους ένοιαξε η ανάσα μου.

Μα αν δε μιλούν αυτοί αλήθεια, ποιοί θα μιλούν;

Εμείς;

Που αγγίξαμε τη σάρκα και καιγόμαστε ακόμα;

Εμείς;

Που προκαλέσαμε το πάθος και μας μπαρούτιασε την ψυχή;

Εμείς;

Που βραχήκαμε απ’ τ’ αστέρια και μείναμε εκεί να μας σβουρήξει ο φόβος της νυχτερινής μοναξιάς;

Που να τα γράψουμε εμείς αυτά;

Με τι λόγια που να τα τιμήσουμε;

Με τι ήχους που να μην τ’αδικήσουμε;

Με τι θράσος να μην αγγίξει το μεγαλείο της ανθρώπινης αδυναμίας;

….

Που να βρούμε χρόνο για περιγραφές εμείς όσο ζούμε…

Παρατηρώ καιρό τους ανθρώπους. Και τίποτα δεν μου ‘ναι άγνωστο και τίποτα δε βλέπω που δε με αφορά.

Και γω έγραφα για την Αγάπη μέχρι που την ένιωσα και σταμάτησα να τη φωνάζω με ακριβοθώρητα τραγούδια και ήχους.

Και γω εκτελούσα λυρισμούς με δεξιότητα απαρνούμενος το μέσα, μέχρι που κατάλαβα το πόσο φτωχό είναι το έξω.

Και γω μοσχοπούλησα στιχάκια σε καρδιές μα απαίτησα αμοιβή και όχι τη Φωτιά τους.

Γι’ αυτό όταν μιλάω πολύ, μη μ´ακούτε. Μη μαζεύεστε στις πλατείες από θαυμασμό. Μια σπρωξιά να μου δώσετε για να κατρακυλήσω. Γιατί θα κόλλησα σε καν’ ανάχωμα πάλι και άρχισα και γω τις παρόλες.

Παρατηρώ καιρό τους ανθρώπους. Και πρώτα εμένα.

Τίποτα δεν μου είναι άγνωστο και τίποτα δε βλέπω που δε με αφορά.

The Storyteller