Ανόνομα

·anōnymus·

Ταξίδεψε η ψυχή του Παναγιώτη

Άσπρο το στρώμα, άσπρο σεντόνι, άσπρη κουβέρτα

άφησε πίσω μια ειρημένη νιότη

δίπλα δακρύζει μια γριά με μαύρη μπέρτα


Στο θάλαμο 29 έχουν σκεβρώσει

τρία κορμιά να υπομένουν χωρίς λόγια

τρεις οι ψυχές που έχουν μετανιώσει

τρεις και οι φωνές που ραίνουν μοιρολόγια


Οι όρθιοι πνίγουν το λυγμό τους

της τελευταίας του πνοής παίρνουν μια τζούρα

φιλούνε στωικά́ τον άνθρωπό́ τους

τυλίγουν το κορμί́ σαν παλιατζούρα.


Τώρα βαδίζω στην ουρά και σέρνοντʼύμνοι

σε λίγο «δεύτε…» θα ´κουστεί το τελευταίο

τον ξεβαφτίζει η στιγμή, τον κάνει μνήμη

τ΄όνομα πια δεν είναι αναγκαίο