Γράμμα στην Ιοκάστη

Θυμάμαι σαν χτες τη ματιά της να αγγίζει το σώμα μου. Ήταν καθώς έμπαινα στην Αγορά που είχα μπει άλλες τόσες φορές την ίδια πάντα ώρα. Μα αυτή τη φορά τα μάτια της με άγγιξαν διαφορετικά.

Μπα…όχι. Τουλάχιστον τότε δεν το είχε καταλάβει. Τότε· γιατί τώρα το ξέρει τόσο, που κίνησε Γη και Ουρανό για να πάψει να με ακούει, ενώ τριγύρω της κλαψουρίζει λόγια πένθιμα πως δε μπορεί να με δει.

Μα εγώ δίπλα της είμαι.

Ακόμα και αν φωνάξω το όνομα της, περνάει η φωνή μου σαν αεράκι του Φθινοπώρου, που την αγγίζει στον ώμο ανεπαίσθητα.

Μόνο αν συναντήσει τη ματιά μου ταράζεται, γιατί η φλόγα μέσα μου ξυπνά τη δική της φλόγα. Μα και πάλι δεν κρατάνε τόσο οι ματιές μας, ώστε να καεί και να ξυπνήσει από τον πόνο και το λήθαργο.

Αν με ρωτάς Ιοκάστη, τα συναισθήματα δεν μας άξιζαν όπως Θεϊκά μας ήρθαν. Η Διοτίμα φάνηκε δειλή περισσότερο απ’ ότι περίμενα, και γω στη δική μου αυταπάτη και φόβο χαμένος, προσπαθούσα να τα κρατάω έλλογα και να τα αδειάζω στη θάλασσα όταν δε με κοίτούσε, για να μην τρομάξουμε και οι δυό.

Αν πέτυχα με ρωτάς; Όχι. Απέτυχα παταγωδώς. Γιατί δεν μέτρησα τον τρόμο που είχε και την αδήριτη ανάγκη να αυτοτιμωρείται. Γιατί αν το είχα δει από πριν, μα τους Θεούς θα είχα προφτάσει να της δώσω τουλάχιστον το άγγιγμα μου αφού θα έφευγε έτσι και αλλιώς.

Μόνο γι’ αυτό μετανιώνω Ιοκάστη. Και τώρα περπατώ δίπλα της χωρίς καν να υπάρχω.

Δώσε της ένα φιλί Ιοκάστη όταν την ξαναδείς. Και μην της μηνύσεις τίποτα από μένα. Ως φέρων πόνο βαρύ, άσε με να κουβαλάω στους ώμους μου μιαν πένθιμη και κάλπικη δική της ζωή, μακριά μας.

Like what you read? Give The Storyteller (Χ.Π) a round of applause.

From a quick cheer to a standing ovation, clap to show how much you enjoyed this story.