Γράμμα στη Διοτίμα 2.

Αγαπημένη Διοτίμα

Θέλω να σε κοιτάξω και η αλήθεια μας να δονηθεί όπως τα αστέρια στον ουρανό. Ώρες ώρες η απουσία σου είναι τόσο μεγάλη που η γραφή προσπαθεί να σε επινοήσει. Μα ούτε η μεγαλύτερη φαντασία δε θα μπορούσε να αντικαταστήσει αυτό που νιώθω όταν σε αγγίζω και χάνομαι στα μάτια σου.

Η γνωριμία μας Διοτίμα ήταν μια τυχαία συνάντηση, πάντα έτσι λέμε. Μα η πραγματικότητα μας τώρα, τόσο καιρό μετά κάθε άλλο παρά τυχαιότητα προσδίδει στο τότε.

Αυτό όμως είναι η απόδειξη της συγχρονικότητας. Τότε όλα συνηγορούσαν να σε δω. Λες και όλο το σύμπαν κούρδιζε τις χορδές του για μας.

Και ΄μεις αγαπημένη, αρνούμαστε τη μουσική που βγαίνει από αυτές τις χορδές που πάλλονται και παρασύρουν τα κορμιά μας σε ένα τρελό ερωτικό χορό ανάμεσα στ’ αστέρια.

Σήμερα Διοτίμα

, κατάλαβα ότι ήμουν εγώ ο ανόητος. Μπήκα στη ζωή σου με την ιδιότητα του Σοφού και του Παντογνώστη. Τον τελευταίο καιρό όμως καταλαβαίνω την έλλειψη μου εμπρός στο μεγαλείο σου.

Τώρα ξέρω ότι εσύ με βρήκες πρώτη.

Μέχρι τώρα πίστευα ότι βαδίζαμε παράλληλα και συναντηθήκαμε πάνω σε μια στροφή.

Όμως τώρα είμαι σίγουρος ότι όσο και αν η συνείδηση σου το αποκρύπτει, εσύ είχες φτάσει πρώτη στο ξέφωτο.

Και με περίμενες στωικά και με πίστη ότι θα κατέβω.

Και όταν διέκρινες την σιλουέτα μου από μακριά, η ψυχή σου έστω και στιγμιαία γαλήνεψε. Γιατί μετά από τόσο δρόμο συνάντησε αυτόν που περίμενε και όφειλε να βρεί.

Εσύ ήσουν εκεί. Εγώ ήρθα. Εσύ πρώτη ήξερες. Εγώ – ώ τι ανόητος- δεν είχα την παραμικρή ιδέα.

Νομίζω ότι η ψυχή σου γέλασε με την υπεροψία μιας ανόητης ύπαρξης που αν και κόμπαζε Σοφία, δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι μόλις είχε συμβεί. Και συνέχισες να με περιμένεις.

Συγχώρεσε μου Διοτίμα. Σαν ταπεινός δούλος σου, σκύβω στα γόνατα σου και υποκλίνομαι στο μεγαλείο σου.

Τώρα ξέρω.

Ξέρω γιατί τα μάτια σου με κάνουν να παραλύω.

Ποιός θνητός δεν παραλύει μπροστά στη θέαση του σύμπαντος ολάκερου;

Τώρα ξέρω…

Πόσο ταξίδι μέσα σου μπορεί να αντέξει η ψυχή μου;
Ηχοποίητη…

Αναρωτιέσαι την ημέρα μήπως το μυαλό μας παρανοεί. Αλλά τα βράδια-αχ αυτά τα βράδια- ξέρεις την αλήθεια μέσα σου. Αισθάνεσαι τη φωνή μου σαν μελωδία, την ανάσα μου σαν φυλαχτό και τη σκέψη μου σαν ορμή που διαπερνά το σώμα σου από άκρη σ’ άκρη.

Όταν ξαπλώνεις, ακόμα και όταν κοιμάσαι, το αφυπνισμένο κομμάτι σου ξαγρυπνά ακόμα και μέσα στην πιο Σκοτεινή Νύχτα, αναζητώντας μια Φωτεινή πύλη . Και όπως τις περισσότερες φορές η αλλαγή, ξεκινά αθέατη και ασυνείδητα. Μέσα στα δικά μας ίδια νυχτερινά ταξίδια, δεχόμαστε καθοδήγηση που μας δίνει απαντήσεις σε βαθιά ερωτήματα.

Και έχουμε απαντήσει σε πολλά μαζί.

Μα τι είμαι για σένα τελικά Διοτίμα; Αρχίζω και αναρωτιέμαι. Ένας γίγαντας που αντέχει τα πάντα ή μια καρδιά που χτυπά στον ίδιο ρυθμό με τη δική σου όταν αγγίζονται σε μια σφιχτή αγκαλιά;

Αναζητώ τις απαντήσεις Διοτίμα. Και μέσα από εκεί βρίσκω εμένα. Και αν βρούμε τον εαυτό μας, ίσως να μην χρειαστεί να ξαναρωτήσουμε τίποτα πια, καθώς όλα θα έχουν απαντηθεί.