Εν μέσω

Η ομίχλη άρχισε να διαλύεται. Σου έχει τύχει ποτέ; Να στέκεσαι σε μια πλατεία και να μην ξέρεις από πού να πας;

Νομίζω πως ο τόπος που θα ήθελα να φτάσω δεν είχε τόσο μεγάλη σημασία εκείνη τη στιγμή. Ο τρόπος ήταν που με καθήλωσε.

Κοιτούσα τα πόδια μου στο υγρό βρώμικο πλακάκι σαν να ήταν ξένο σώμα. Και για λίγο, σε αυτή τη χρονική συρρίκνωση, το νευρικό μου σύστημα επέστρεψε στην αρχική του κατάσταση. Την πρότερη. Λίγο πριν ή λίγο μετά το νευρολογικό big bang. Το σημείο 0, όπου δεν ξέρει ή δεν μπορεί. Στην ανυπαρξία.

«Κουνήσου» το μυαλό κραύγαζε απεγνωσμένα. Η εντολή όμως δεν έφτασε ποτέ στα πόδια μου. Μέχρι που ο χρόνος επανήλθε και κινήθηκα. Το σώμα μου τουλάχιστον. Γιατί εγώ, για λίγο, έμεινα εκεί να βλέπω τη σφραγίδα των πελμάτων μου στο πλακάκι.

«Για λίγο….;» Ήταν τόσο λίγο; Δεν ξέρω αλήθεια. Ο χρόνος είναι σχετικός. Το λίγο μπορεί να είναι πολύ και το πολύ να γίνει τόσο λίγο ή ακόμα και όχι αρκετό.

Λένε ότι αυτή την χρονική ασυνέχεια, το διαχωρισμό σώματος και νου, κάποιος τον αισθάνεται σε καταστάσεις δυνατού σοκ. Οι βουδιστές, πιστεύουν ότι συμβαίνει στην απελευθέρωση ή τη φώτιση. Και στις 2 περιπτώσεις όμως η ουσία σου ταξιδεύει ή μένει εκεί που κάτι σε κρατά.

Εκείνη τη νύχτα με κοίταξε σαν να μην με ξέρει. Μου αράδιασε ασύγχρονες κενολογίες, θεωρίες και λεκτικά παραπετάσματα. Και χάθηκε μέσα στην ομίχλη που η ίδια δημιούργησε. Παρακαλούσα να βρέξει. Να διαλυθεί αυτή η ομίχλη. Το σώμα μου έστριψε αριστερά και περπάτησε ατάραχο μέχρι το τέλος της πλατείας. Στο πρώτο βήμα που άγγιξε την άσφαλτο όλα ήρθαν στη θέση τους. Το μυαλό, η ψυχή, η ματιά μου. Όλα λειτουργούσαν σωστά τώρα. Συγχρονισμένα.

Μόνο το βάρος. Αυτό ήταν καινούργιο αλλά και παλιό συγχρόνως. Αυτό το βάρος που οδηγούσε σε αυτόν τον εσωτερικό γοερό κοπετό.

Η μέρα άλλαξε. Η ομίχλη χάθηκε. Τα μάτια της όμως ήταν εκεί. Να με κοιτάνε τρομαγμένα. Σαν να ήθελε το θύμα να ξεφύγει από το θύτη. Θύμα δεν ήταν ποτέ. Μα κάθε θύτης χρειάζεται ένα θύμα. Και αν δεν υπάρχει. Το επινοεί.

Σε αυτή την πορεία, η θάλασσα ήταν μαύρη και η ακτή χρυσή. Η εξωνημένη ηθική μου σύντροφος και η πληγωμένη σωφροσύνη μου κάτι που πρέπει να επανακατακτηθεί. Και όταν άκουσα τα “τέσσερα κοφτά χτυπήματα επάνω στην πόρτα της δυστυχίας” εγώ αποφάσισα να ανοίξω και να καλωσορίσω τον επισκέπτη στο τραπέζι μου. Ακόμα τρώμε μαζί.

Ξέρετε ανθρώπους που σε μια νύχτα άλλαξαν όλη την κοσμοθεωρία τους; Που μια στιγμή ήταν αρκετή για να ξαναγεννηθούν. Θα έχετε διαβάσει ίσως κάποιο τέτοιο βιβλίο ή θα έχετε δει κάποια ταινία που ο πρωταγωνιστής μετατρέπεται από το πιο άβουλο και καταθλιπτικό ον, στον πιο δραστήριο και φωτισμένο άνθρωπο ξαφνικά. Βέβαια το «ξαφνικά», «σε μια νύχτα» ή το «σε μια στιγμή» είναι καλλιτεχνική «αδεία» στην ταχύτητα της περιγραφής. Γιατί στην περιγραφή, ο χρόνος και πάλι συρρικνώνεται. Οι συγγραφείς το ξέρουν καλύτερα. Οι κινηματογραφιστές επίσης. Ακριβώς όπως τώρα. Που γράφω. Που περιγράφω.

Ο χρόνος είναι λέξεις. Λίγες, σε σχέση με τον πραγματικό. Η ομίχλη, ένας ήχος μικρός σε διάρκεια, σε σχέση με το μακρύ μου ταξίδι μέσα από αυτή. Αλλά ακόμα και αν δεν υπάρχει τέτοια ταχύτητα στην αλλαγή, η αλλαγή μπορεί να συμβεί.

Για να δεις όμως πέρα από την ομίχλη πρέπει να περάσεις μέσα από την ομίχλη. Και όσο πιο κακοτράχαλος είναι ο δρόμος, όσο πιο επικίνδυνο το σκαρφάλωμα στο βουνό, όσο πιο πολύ κοπιάσεις, τόσο πιο φωτεινό είναι το άνοιγμα του καιρού. Τόσο πιο καθαρή είναι η ξαστεριά, τόσο πιο όμορφα μυρίζει το χώμα στην κατάβαση.

Γιατί το ανέβασμα στο βουνό ήταν σκληρό, τα ψυχικά μου καμουφλάζ, οι ανούσιοι κομπασμοί , οι άγριες αστειότητες και τα ανέμελα ελαφριά φιλιά, βαρίδια και η βαθιά επιθυμία της, το άστρο της Βηθλεέμ στα σκοτάδια.

Και στην επιστροφή, στη κατηφοριά, ένιωσα για πρώτη φορά την ανάγκη να τρέξω σε κείνη να της τα πω όλα. Να με δει να χαμογελάω και να χοροπηδώ σαν παιδί, κουρασμένο αλλά και απαλλαγμένο από αυτή τη χρόνια ανάσχεση της αθωότητας και του αυθορμητισμού.

Και να της πω δακρύζοντας ότι οι άνθρωποι που φοβούνται την οικειότητα αντιδρούν πιο έντονα σε ό,τι τους αγγίζει πιο πολύ. Πιο βαθιά. Πιο αληθινά. Αυτό εχθρεύονται όσο τίποτα άλλο. Για λίγο όμως.

Περισσότερο όμως έτρεχα στον κατήφορο και της φώναζα από μακριά :

«Εμείς τους λογαριασμούς μας δεν τους κλείσαμε. Μόλις τους ανοίξαμε.»

Χ.Π