Η ιστορία του Ντίαν Κέχτ

το ταξίδι της επιστροφής

Πριν κάποια χρόνια στη μικρή επαρχία του Όλστερ, ζούσε ο Ντίαν Κέχτ. Ο Ντίαν ήταν ένας πολύ λογικός άνθρωπος. Μετρημένος. Του άρεσε πάντα να αναζητά τη λογική πίσω από οτιδήποτε.

Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτόν να παίρνει την πιο φανταστική ιστορία και να την εκλογικεύει, αφαιρώντας οτιδήποτε μαγικό από την εξέλιξη της. Από ένα σημείο και μετά, ήταν σχεδόν καθήκον για τον Ντίαν να απομυθοποιεί οτιδήποτε οι άνθρωποι χρωμάτιζαν με συναισθήματα και φαντασία.

Η παρέα του, όσο και να θαύμαζε το Ντίαν για την εξυπνάδα του, άλλο τόσο τον μισούσε γι αυτό. Τους ενοχλούσε αυτή η σκληρή, βάναυση, πεζή προσέγγιση του σε οτιδήποτε.

Όμως ο Ντίαν Κέχτ δεν ήταν πάντα έτσι. Η ανάγκη του αυτή προερχόταν από μια άκρατη ευαισθησία που είχε ως παιδί και που στο μεγάλωμα του φάνηκε παντελώς άχρηστη στο να διαχειριστεί τη ζωή. Για πολλά χρόνια αισθανόταν σχεδόν απέχθεια για τα «χρόνια της ευαισθησίας» όπως τα αποκαλούσε.

Στο θεώρημα της άκρατης Λογικής που είχε αναπτύξει, συνεχώς πρόσθετε επιχειρήματα και αποδείξεις ώστε να εξαλείψει κάθε αμφιβολία που ανα διαστήματα στροβιλιζόταν στο μυαλό του. Μετά από λίγο η λογική ήταν τόσο ισχυρή, που κανείς δεν μπορούσε να την αμφισβητήσει.

Βέβαια ο Ντίαν Κέχτ γνώριζε την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης. Ήξερε ότι η ευαισθησία και ο συναισθηματισμός, έστω και ως αδυναμίες, κατά καιρούς θα τον κυρίευαν. Δεν τον φόβιζαν τόσο όσο των αποδυνάμωναν από την ισχυρή θέση που το αξίωμα της λογικής τον τροφοδοτούσε. Κάθε φορά που αισθανόταν, το θεωρούσε σαν μια προσωπική ήττα. Ένα σημαντικό πλήγμα στον ορθολογισμό.


Ένα βράδυ του χειμώνα, ο Ντίαν Κέχτ εξαφανίστηκε. Έτσι ξαφνικά. Η πόρτα από το σπίτι του αμπαρωμένη, η αυλή του (από καιρό)παραμελημένη, τα παραθυρόφυλλα ερμητικά κλειστά. Λες και δεν ζούσε ποτέ εκεί.

Κανείς δεν έμαθε πραγματικά τι έγινε. Μόνο ο γερο-Φαντ τριγυρνούσε στο χωριό και έλεγε μια ιστορία για τη νύχτα που είδε τη σκιά του Ντίαν Κέχτ να ανεβαίνει φουριόζα το βουνό.

Μετά από κάποια χρόνια η φυγή του έγινε μύθος, ενώ το όνομα του μπλέχτηκε σε ένα γαϊτανάκι φαντασίας και πραγματικότητας όπου κανείς δεν ήξερε αν τελικά ο Ντίαν Κέχτ ήταν ποτέ αληθινός ή απλά μια φανταστική ιστορία για να διηγούνται τη νύχτα δίπλα στο τζάκι.


Στις παρυφές του χειμώνα μια παράξενη σκυφτή σιλουέτα φάνηκε στο βουνό ένα ξημέρωμα.

Τις επόμενες ημέρες όλη η πόλη συζητούσε για τον παράξενο άντρα που κατέβηκε τη νύχτα. Οι βοσκοί μιλούσαν για τον Ντίαν Κεχτ! Μα τίποτα δεν φανέρωνε ότι όλο αυτό ήταν κάτι παραπάνω από μια υπερβολή τους. Οι βοσκοί άλλωστε ήταν γνωστοί παραμυθάδες. Τα βράδια πάνω στις χιονισμένες κορυφές δίπλα από τη φωτιά σκαρφίζονταν ιστορίες, τις έμπλεκαν με μύθους και τις διηγούνταν όταν κατέβαιναν στα ξεχειμωνιάσματα την Άνοιξη. Αυτές οι ιστορίες ήταν παράδοση πια στο Όλστεν.


Πέρασαν περίπου 10 ημέρες. Ο χειμώνας πια άρχισε να φουντώνει

Ο κόσμος δύσκολα κυκλοφορούσε στο δρόμο τη νύχτα. Εκείνο το βράδυ η πόρτα έτριξε στο καπηλειό. Οι λιγοστοί θαμώνες καταβεβλημένοι από το βαρύ ουίσκι δεν γύρισαν να κοιτάξουν ούτε από συνήθεια. Μόνο ο Ρόμπερτ, σηκώθηκε πλησίασε τον επισκέπτη και του είπε χαμηλόφωνα : «Νόμιζα ότι χάθηκες στις λογικές σου αναζητήσεις παλιόφιλε » Ο Ντίαν Κέχτ τον κοίταξε και του έσφιξε δυνατά τον ώμο.


Tα επόμενα βράδια το καπηλειό άρχισε να αποκτά ζωή. Όλοι ήθελαν να δουν από κοντά τον Ντίαν Κέχτ.

Και ο Ντίαν δεν τους χάλασε χατήρι. Τους μίλησε για το βράδυ που έφυγε για το ταξίδι του. Τους είπε για ποτάμια ορμητικά και βουνά εχθρικά. Για νύχτες που κόντεψε να χάσει το μυαλό του και μέρες που η ζωή του έδειχνε να μην έχει τόση σημασία πια. Για τα παράξενα πλάσματα που συνάντησε βγαλμένα από το βιβλίο του Ταλιέσιν και τη μυθική μάχη στο Καέρ Νεφενχίρτη. Για τις νεράιδες που τον συντρόφευαν σε όλο του το ταξίδι και τις νύμφες που τον ενοχλούσαν και τις κυνηγούσε στο «δάσος των Δένδρων». Για ανθρώπους ξεχωριστούς που τον βοήθησαν όσο κανένας άλλος…

Ένα βράδυ καθόταν ήρεμος δίπλα στη φωτιά και με ένα βαθύ αναστεναγμό είπε στο Ρόμπερτ « Ρόμπερτ. Η λογική απέτυχε». Ο Ντίαν Κέχτ όλο το βράδυ του μίλησε για τις στιγμές που εξαιτίας της λογικής του απογοήτευσε ανθρώπους που τον βοήθησαν στο ταξίδι του· για τις νεράιδες που ξεθώριασαν από την αδιαφορία του ενώ ίσως ήταν ό,τι πιο μαγικό είχε συναντήσει στη ζωή του. Και αυτό έμοιαζε να μην μπορεί να το αφήσει πίσω του. «Είναι σημαντικό» είπε «να γνωρίζεις ανθρώπους που σου δείχνουν μια άλλη πλευρά της ζωής, μια νέα οπτική να βλέπεις τα πράγματα. Είναι σπάνιο για ανθρώπους σαν εμένα να συναντούμε νεράιδες. Μου έμαθαν τόσα πράγματα…Πως να βλέπω με τα μάτια των άλλων. Πως να μην ακούω πάντα το μυαλό. Πως να πιστεύω σε μένα. Πως να απολαμβάνω τον ουρανό, να χαζεύω τα πουλιά και να νανουρίζομαι με το τιτίβισμα τους. Παρά το τόσο μεγάλο ταξίδι μου, όλοι αυτοί μου γλίτωσαν χρόνια αγωνιώδους αναζήτησης. Μου έδωσαν μια εικόνα από το μέλλον τόσο απλόχερα και δεν καταλάβαινα ποτέ το γιατί. Ήμουν σκληρός μαζί τους. Απόμακρος. Όμως μου ήταν τόσο δύσκολο να αφεθώ. Όταν χάθηκαν πια, γονάτισα και έκλαιγα με λυγμούς για πολλές ώρες Ρόμπερτ.» Και συνέχισε..

«Ξέρεις κάτι; Όσα και να πέρασα, όσα και να είδα δεν μπορώ να απαρνηθώ την αξία της λογικής. Άλλωστε την έχω σπουδάσει τόσα χρόνια ε; » είπε γελώντας « Αλλά ξέρεις, είμαστε άνθρωποι Ρόμπερτ. Η φύση μας, οφείλει να αισθάνεται. Ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς»

Ο Ντίαν πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να κατάπινε τα βάσανα του κόσμου όλου, και εκεί σταμάτησε την αφήγηση του. Σαν να τελείωσε η ιστορία.

«Και εσύ; Αισθάνεσαι;» τον ρώτησε ταχύτατα ο Ρόμπερτ, προσπαθώντας να τον ξαλαφρώσει. Ο Ντίαν Κεχτ επέτρεψε ένα ελαφρύ μειδίαμα στο πρόσωπο του και λίγο πριν χαθεί πάλι στις σκέψεις του κοιτώντας τη φωτιά, είπε χαμηλόφωνα:

«Κάθε πραγματικότητα Ρόμπερτ, έχει ανάγκη από παραμύθια»

Χ.Π

Αφιερωμένο στην Ειρήνη

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.