Μια βαρετή ιστορία (part1)

Όταν η Άννα γνώρισε τον Παύλο είδε στα μάτια του κάτι διαφορετικό.

Όμως δεν χαράμισε ούτε στιγμή να καταλάβει τί είναι αυτό.

Ο Παύλος έγινε αποκούμπι. Ένα πιόνι στην κατακερματισμένη ζωή της Άννας. Ένας ακόμα χρήσιμος.

Ο Παύλος δε μιλούσε πολύ. Μιλούσε όσο έπρεπε. Και η Άννα δεν τον άκουγε πολύ. Τον άκουγε όσο οι λέξεις μπορούσαν να κολλήσουν στον ακατάπαυστο μονόλογο με τον εαυτό της.

Η Άννα δεν ήξερε από αγάπη. Ήξερε μόνο από κατρακύλες και φόβους. Τι να της πει ο Παύλος. Όσο και αν προσπάθησε, κατάλαβε από νωρίς ότι δεν τα κατάφερνε.

Η Άννα μιλούσε πια συνέχεια, για ένα τίποτα που το ‘λεγε για κάτι.

Έφυγε όταν ο Παύλος πια δεν της ήταν χρήσιμος. Και συνέχισε να τον αναζητά, όταν της ήταν.

Αγάπη είναι να βρεις κάποιον που να σου μαθαίνει κάτι για τον εαυτό σου.

Η Άννα μόνο για τον εαυτό της δεν ήθελε να μάθει. Μιλούσε άλλωστε τόσο πολύ γι’αυτόν. Όλη μέρα. Παραληρούσε για τις ικανότητες της, για την ζωή της τη γεμάτη και τον πόνο τον αβάσταχτο. Το τίποτα που έφτιαχνε, φάνταζε πάντα πολύ μεγάλο.

Υπερβολές…

Ζωή δεν υπήρχε. Και ο πόνος δόλωμα και αυτός.

Ο Παύλος ήταν ένας έξυπνος άνθρωπος. Μιλούσε όμορφα και ώρες ώρες η Άννα κρεμόνταν από το στόμα του. Πίστευε ότι θα της δώσει γιατριά. Μα δεν άκουγε πραγματικά. Κουμάνταρε τα λόγια του Παύλου για να τα κουμπώνει στο παραμύθι της. Άλλαζε τις λέξεις για να επιβεβαιώνει αυτό που ήθελε να λέει στον εαυτό της.

Τις σιωπές του όμως δε μπορούσε να τις κουμαντάρει. Γι αυτό τον μισούσε. Οι σιωπές ήταν τόσο ηχηρές, που ούτε η εσωτερική πολυλογία της κατάφερνε να τις αντέξει. Τα πάντα γκρεμίζονταν. Τότε έφευγε. Και όταν πάλι έχτιζε τα γκρεμισμένα, γύριζε για να φύγει ξανά. Και όταν ο Παύλος εμφανιζόταν, τον μισούσε πάλι που ήταν εκεί.

Η Άννα δεν άντεχε τους καθρέφτες. Μόνο για να χτενίζει τα μαλλιά της. Να παίρνει πόζες και να φτιασιδώνεται. Όχι υπερβολικά. Ήξερε το μέτρο στην ομορφιά. Όμως μόνο αυτό το μετρό ήξερε.

Κάποια στιγμή στα ζαλισμένα πηγαινέλα κουράστηκε και αυτή. Ο Παύλος ήταν πάντα εκεί όταν αυτή τον γύρευε, αλλά ποτέ δεν έτρεξε από πίσω της. Και αυτό δεν το άντεξε.

Μέχρι που και ο Παύλος χάθηκε γιατί η ζωή του πήγε στράφη. Έπρεπε να την μαζέψει και αυτός και να την ενισχύσει.

«Η σκέψη του ποτέ δεν με άφηνε τα βράδια να ησυχάσω» φώναζε η καρδιά στην Τοσοδούλα

Η Άννα τον σκεφτόταν συχνά. Ακόμα και αν την αγκάλιαζαν άλλοι, ήξερε ότι δεν ήταν το ίδιο.

Ένα πρωί σε μια στροφή η Άννα έπεσε σχεδόν πάνω του….

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Like what you read? Give The Storyteller (Χ.Π) a round of applause.

From a quick cheer to a standing ovation, clap to show how much you enjoyed this story.