Μια μελαχρινή κοπέλα βαδίζει στο πλακόστρωτο.

Η μελαχρινή κοπέλα κοιτάζει τον άντρα δίπλα της στα μάτια. Αυτός κάτι της λέει.

«Τι ερωτευμένο ζευγάρι» ψιθυρίζουν οι περαστικοί.

Όμως κανείς δεν προσέχει.

Το παλικάρι την κοιτάζει αμυδρά. Περισσότερο τον ενδιαφέρει κάποιος να τον ακούει. Φουσκωμένος από μια πενιχρή αντρική εγωπάθεια. Μιλάει το φύλο. Όχι η ψυχή. Σίγουρα όχι η καρδιά. Και την αφήνει πάλι μόνη, ενώ είναι εκεί.

Η μελαχρινή κοπέλα τον κοιτάζει στα μάτια. Ήρεμη. Πειθήνια. Όχι από αγάπη. Μήτε από σεβασμό. Από ένστικτο.

Βρέθηκε ο άντρας που της τράβηξε τα γκέμια. Που της θύμισε αυτό που έμαθε μεγαλώνοντας. Ότι δεν αξίζει, παρα μόνο αν κάποιος ελέγχει την αξία της. Ανάλογα τα κέφια του.

Όμως η μελαχρινή κοπέλα. όταν μένει μόνη ψάχνει άλλον. «Από περιέργεια» λέει στον εαυτό της. Όμως, ψάχνει να την κοιτά κάποιος στα μάτια όταν της μιλά, να τη βλέπει. Να τη σέβεται. Αυτά ζητά η ψυχή της. Και θα τα ζητά.

Αλλά η μελαχρινή κοπέλα θα κοιτάζει από την άλλη. Για να παίρνει αυτό που νομίζει ότι της αξίζει. Κάποιον να την τιθασσεύει. Κάποιον να την πατάξει. Κάποιον που θα της αφαιρεί αυτό που πάντα την ανακατεύει. Την αξία της.

Αλλά η αξία και η συνειδητοποίηση της είναι το πιο δύσκολο πράγμα. Φέρνει ευθύνη και υποχρεώσεις απέναντι στον εαυτό σου. Και αυτό είναι ο μεγάλος φόβος μια ψυχής. Και μπροστά στο μεγάλο φόβο, επιλέγεις να παραδίδεις τα σκύπτρα στον άλλον.

(…)

Η μελαχρινή κοπέλα στο πλακόστρωτο, κοίταξε τον άντρα στα μάτια. Κατάπιε τον πόνο του κενού βλέμματος του, έσφιξε την καρδιά της από τον πόνο της αδιαφορία του, έπιασε το κρύο χέρι του και συνέχισαν να περπατούν. Άλλωστε σε λίγο, θα ψάξει για τον άλλον. Σύντομες ανάσες ελευθερίας για να επιστρέψει στο τίποτα, που θρέφει πλούσια το κενό της.