Ο κατάδικος

(Γράμμα στη Νίνα)

Ξέρεις Νίνα, εμείς οι ποιητές είμαστε καταδικασμένοι.

Ο Θεός μας έδωσε τη δύναμη να ανοίγουμε τους ουρανούς και να παραδίδουμε τους Αγγέλους στα χέρια που επιθυμούμε. Να ζωγραφίζουμε τα σύννεφα και να φωτίζουμε κάθε πλευρά της καρδιά μας. Να τιθασεύουμε ανέμους στα αθώα μας λευκά χαρτιά.

Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από την πένα του ποιητή. Κανένα συναίσθημα ανέκφραστο, καμία αγάπη στη λήθη, κανένας πόνος αξόρκιστος. Ούτε καν η ανάσα της βροχής.

Όμως…..

Όμως τα βράδια που η καρδιά μας έχει στραγγίξει, και έχουμε βάψει το διπλανό ουρανό με αστέρια από αγάπη, το άδειασμα τρώει τις σάρκες μας. Γιατί δύσκολα τον ποιητή θα τον κοιτάξουν με την αγωνία να του ανταποδώσουν.

Τον ποιητή τον θεωρούν ένα μικρό Θεό. Τίποτα δεν τον αγγίζει και τίποτα δεν τον αδειάζει. Είναι μια ψυχή αιώνια τροφοδοτούμενη από το σύμπαν. Και ψυχορραγεί αγάπη και συναίσθημα.

Και να σου πω και κάτι; Και εμείς αυτό πιστεύουμε Νίνα. Μέχρι τη στιγμή που έχει το βάθος εκφραστεί. Τότε όλα καταρρέουν.

Και ξέρεις τι ζητάμε; Να μας ανταποδώσουν τη μαγεία. Όχι όχι, δεν είμαστε αχάριστοι. Δεν διψάμε για παρόμοιες τέχνες στο λόγο και ζηλευτές περίτεχνες λέξεις.

Μόνο Αλήθεια ποθούμε. Εκλιπαρούμε για μια κίνηση πραγματικής αγάπης, ένα άγγιγμα που θα μας αφήσει μαγεμένους. Ένα «σε θέλω» που θα ξεπεράσει κάθε δικό μας επιτηδευμένο λυρισμό.

Και έτσι μπορούμε να κλάψουμε από αγαλλίαση σε αυτή την ζεστή αγκαλιά, γιατί ως τώρα κλαίμε μόνοι μας από φόβο ότι στερέψαμε και θα χαθούμε για πάντα.

Μια τέτοια αγκαλιά ζητάω και γω ο κατάδικος. Ένα ψίθυρο να γονιμοποιήσει την μελαγχολία μου και να ξαναγράψω. Να κλάψω ήρεμος και όχι φοβισμένος. Να πώ οτι ζώ και δεν πέθανα πάλι, ακόμα ένα βράδυ.