Ο Μάγος χωρίς όνομα

-Πριν την ένωση-

Όταν ο Άλτρ απέκτησε το ιερό ραβδί, μαγεύτηκε από την απεριόριστη Δύναμη. Ποτέ στην ζωή του δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ότι δεν υπήρχε κανένας περιορισμός σε αυτό που μπορεί να καταφέρει.

Η ελευθερία να πράττει, έγινε ελευθερία να ελέγχει. Και η ελευθερία να ελέγχει μετατράπηκε στην απόλυτη Εξουσία.

Κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τίποτα δεν είχε τη δύναμη να μη γίνει. Κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε απέναντι του. Κανένα συναίσθημα δεν άντεξε να μην κατακτηθεί. Καμία ψυχή δεν μπόρεσε να μην του ανήκει.

Όλοι τον προσκυνούσαν, οι γυναίκες έπεφταν στην αγκαλιά του και το χρυσάφι παρουσιαζόταν τη στιγμή που το ήθελε. Πραγματοποίησε κάθε επιθυμία που θα μπορούσε να ζητήσει ένας άνθρωπος. Εξάντλησε την λαγνεία και κατανάλωσε όλο τον πλούτο του πλανήτη….

Ήταν ένα όμορφο πρωινό. Η Κυρά του Πευκοδάσους βγήκε νωρίς να μαζέψει Υάκινθους.

Λίγο πιο κάτω τον συνάντησε. Τον βρήκε σκυφτό στις ρίζες του παλιού Πλάτανου.

Έκλαιγε γοερά.

Προσπάθησε να τον ανασηκώσει αλλά αυτό φάνηκε αδύνατο. Λες και τα βάρη όλου του κόσμου κάθησαν πάνω του.

Η Κυρά στάθηκε δίπλα του και άγγιξε το υγρό πρόσωπο του. Δεν μίλησε για ώρα. Απλά στεκόταν εκεί.

Ο μάγος σιγά σιγά άρχισε να κινείται. Ακολούθησε τη μάγισσα στο δεντρόσπιτο της και έμεινε εκεί περίπου 1 μήνα.

Η Κυρά τον φρόντισε όλο αυτό το διάστημα. Καθάρισε και έδεσε τις πληγές του και κάθε βράδυ στεκόταν δίπλα του χωρίς να ρωτά ή να ζητά τίποτα.

Το επόμενο διάστημα ο μάγος άρχισε να συνέρχεται. Σιγά σιγά βγήκε από το σπίτι στον ήλιο, κάθησε στην αυλή, περιποιήθηκε τα λουλούδια και τα φυτά της Κυράς και προσπάθησε να την ευχαριστήσει.

Ένα πρωί ο μάγος βρήκε την Κυρά να μαζεύει νερό στο ποτάμι. «Σε ευχαριστώ» της ψιθύρισε.

Αυτή τον κοίταξε με ένα λαμπερό χαμόγελο αλλά δεν του χάρισε λέξη.

«Σε ευχαριστώ» της επανέλαβε αυτή τη φορά πιο σθεναρά και με περισσότερη αποφασιστικότητα.

Τις επόμενες μέρες ο μάγος την ακολουθούσε σε όλες τις δουλειές. Της μιλούσε για όλα. Για το πώς ήταν η ζωή του πριν και όλα όσα έζησε.

Η Κυρά τον άκουγε χωρίς ποτέ να του μιλήσει αλλά αποκρινόταν είτε με ένα νεύμα ή ένα χαμόγελο.

Ο μάγος συμπέρανε ότι η Κυρά δεν μπορούσε να μιλήσει και σαν αυτό να τον ελάφρυνε τόσο πολύ που συνέχισε να της μιλά ακόμα περισσότερο.

Ένα βράδυ δίπλα στο τζάκι ο μάγος γύρισε και την κοίταξε .,

Αυτή ανταποκρίθηκε στο βλέμμα του.

«Ξέρεις» της είπε «Παρά Την τεράστια δύναμη μου, παρά τα όσα έζησα, τις ηδονές που γεύτηκα και τον πλούτο που σπατάλησα δεν κατάφερα να επιτελέσω το μεγαλύτερο μαγικό όλων. Να νιώσω τι είναι χαρά. Να αισθανθώ έστω και για λίγο ευτυχισμένος. Βλέπεις τα συναισθήματά που σκλάβωνα και οι ψυχές που μάγευα μπορεί να τα γευόμουν μέχρι την τελευταία σταγόνα αλλά δεν ήταν αληθινά. Η μαγεία μου τα έδινε, αλλά κανένας από αυτούς τους ανθρώπους που η η Δύναμη μου τους ανάγκαζε να είναι μαζί μου δεν το ήθελαν πραγματικά. Τα βλέμματα τους ακόμα κι όταν μοιράζονταν μαζί μου τις μεγαλύτερες ηδονές, ήταν κενά»

Για λίγο επικράτησε μια σιωπή. Κοιτούσαν και οι 2 την φωτιά που είχε θεριέψει.

Η Κυρά του Πευκοδάσους ξαφνικά τον έπιασε από τον ώμο, τον σηκώσε, έγυρε στο αυτί του και του ψιθύρισε.

Ο μάγος τότε ανάμεσα σε λυγμούς και ενοχές λύγισε.

Η Κυρά τον άφησε για λίγο και όταν επέστρεψε κρατούσε στα χέρια της το Μαγικό του ραβδί.

Ο μάγος άπλωσε το χέρι του, το πήρε και το έριξε στη φωτιά. Μαζί με αυτό έκαψε τον παλιό εαυτό του και ότι τον συνέδεε με αυτόν. Ακόμα και το όνομα του.

Πέρασαν περίπου 2 χρόνια

Γυρνώντας από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, κρυμμένος κάτω από την σκοτεινή κουκούλα του τιμώρησε για αρκετά καιρό τον εαυτό του για το μέγιστο έγκλημα απέναντι στους άλλους. Και όταν αντίκρυζε σκοτεινές ματιές τις απέφευγε και άλλαζε το μονοπάτι του γιατί ο πόνος ήταν μεγάλος να βλέπει μπροστά του τον ίδιο του τον εαυτό.

Ανέβηκε βουνά, γνώρισε κατηφοριές. Συνάντησε το Θάνατο και κάποιες φορές τον ακολούθησε βαθιά. Αλλά ακόμα και εκεί δε μπορούσε να μείνει. Ένας άνθρωπος χωρίς όνομα δε μπορεί να σκλαβωθεί. Γιατί δεν υπάρχει.

Όταν ολοκλήρωσε το ταξίδι του και το ξόρκι λύθηκε, ο μάγος ήταν πια ελεύθερος να αισθανθεί την ελευθερία της ευτυχίας..

Τότε συνάντησε εκείνη …. Μια Μάγισσα από το μεγάλο σπίτι στο Δάσος. Μόνο που αυτός πια δεν είχε όνομα και εκείνη ακόμα δεν γνώριζε τη (Δ)ύναμη της.