Τα θρανία

Διάλειμμα. Χτύπησε το κουδούνι. Μέσα στις οχλαγωγίες και τη χαρά της ανακούφισης, εγώ λυπόμουν. Γιατί θα σε έχανα και πάλι.

Γιατί έφευγες, απομακρυνόσουν, έτρεχες, γελούσες και επέστρεφες με αυτή την πονεμένη μελαγχολία στα υγρά σου μάτια. Τότε ήμουν χαρούμενος και πάλι.

Δυο θρανία εμπρός μου. Και η αλήθεια μας κάπου στη μέση. Πότε την έφτανα με μια βουτιά πότε στην άφηνα.

Δύο θρανία μας χώριζαν και δεν μπορούσα να μην λατρέψω το πίσω μέρος του κεφαλιού σου.

Ξέρεις, το προτιμούσα. Γιατί αυτό το άντεχα. Όταν γύριζες και σε έβλεπα, αυτό δεν μπορούσα να το διαχειριστώ.

Παιδί…Η γλυκιά ανοησία στάθηκε εμπόδιο στο οικοδόμημα μιας ζωής.

Όμως ακόμα και αν ο χωροχρόνος μάς έταξε, η ζωή μας διέλυσε.

Και εσύ με μια σιγουριά ψιθυρίζεις «έτσι έπρεπε». Όχι καρδιά μου. Ήταν λάθος αυτό που έγινε. Ένα error στο χρονικό συνεχές. Μια αστοχία. Οι ψυχές όμως δε μπορούν να απομακρυνθούν. Θα περιφέρονται μέχρι να ξαναγγίξουν την ενέργεια που αποζητούσαν πάντα. Τα σώματα μας μακριά. Οι ψυχές μας ξανά μαζί.

Και γω σε ένα συμπαντικό θρανίο, θα σου γράφω αθώα ποιηματάκια,μόνο που αυτή τη φορά όταν χτυπήσει το κουδούνι θα σε αγγίξω στον ώμο, θα σου δώσω ένα άσπρο, διπλωμένο άγαρμπα χαρτάκι, που θα γράφει:

Εγώ στο τέλος, εσύ μπροστά

και η αλήθεια μας στη μέση.

Πότε τη φτάνω με μια βουτιά,

ποτέ ξεφεύγει όταν μπορέσει.


2 θρανιάκια μας χωρίζαν

μετά μας χώρισε η ζωή

εγώ παιδί, πως να μιλήσω

εσυ πανέμορφη, απλή .


Και όσο γερνάω αναρωτιέμαι

και αναμοχλεύω ένα ΓΙΑΤΙ

για την αλήθεια που δεν είπα

και που την κράτησα κρυφή….


Τώρα που έχεις αυτό το γράμμα

και το διαβάζεις στην αυλή,

γύρνα και κοίταξέ με λίγο

κάνε το διάλειμμα γιορτή.