Τι με κοιτάζεις Ρόζα;

Εντάξει, τα σκυλιά δεν κλαίνε.

Αλλά. ήτανε αυτά τα υγρά γέρικα μάτια της Ρόζας που πολλές φορές με έκαναν να το πιστεύω.

Εκείνα τα βράδια του καλοκαιριού που την είχα αγκαλιά και κάναμε βαρκάδα σε μια ρηχή λίμνη λίγο έξω από το Καστοριά, η Ρόζα απολάμβανε στιγμές μοναδικής ηρεμίας.

Ήταν μια περίοδος δύσκολη προσωπικά και το ταξίδι μου στην Καστοριά από χαρούμενη προγραμματισμένη απόδραση, μετατράπηκε σε βίαιη δραπέτευση.

Το σούρουπο, μαζί με τη Ρόζα ,καβατζώναμε μια ξύλινη βάρκα και ανοιγόμασταν. Η Ρόζα τριγύριζε στο κατάστρωμα για να ξεμουδιάζει και το τρίξιμο που προκαλούσαν οι πατούσες της στο καρυδότσουφλο (έτσι βάφτισα το σχεδόν σαπισμένο σκαρί που με το ζόρι έπλεε) με ξυπνούσε. Μερικές φορές έτσι χυμένος στη βάρκα με τον ουρανό σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια να επιδεικνύει την καμπυλότητα του και το γλυκό αεράκι της λίμνης να προκαλεί περιοδικές ανατριχίλες, πίστευα ότι ο χρόνος σταματούσε. Αλλά όταν ο ήλιος ανέτειλε, η πίστη μου γκρεμιζόταν και μια μελαγχολία με κυρίευε.

Δέναμε τη βάρκα και επιστρέφαμε στο νοικιασμένο χαμόσπιτο. Η Ρόζα βάδιζε πάντα δίπλα μου, γάβγιζε ανά διαστήματα για να μου θυμίζει την παρουσία της και γρύλιζε όταν καμιά γάτα της γειτονιάς, θρασύτατα αδιαφορούσε στο πέρασμα μας.

(…)

Ένα μεσημέρι πήρα τον καφέ, το τασάκι και τα τσιγάρα και κάθισα έξω στο τραπέζι που ακουμπά στον τοίχο του σπιτιού και έχει θέα τον κήπο. Η Ρόζα ξεστράτισε σε ένα ραντεβού με το σκύλο του γείτονα. Μετά από λίγο την είδα να πλησιάζει αργά κουτσαίνοντας και ασθμαίνοντας.

Όπως καμπύλωνε την ραχοκοκαλιά της, γύρισε και με κοίταξε με τα μελιά, μελαγχολικά μάτια της. Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα το κεφάλι της και ‘κείνη έτεινε την μύτη προς τα πάνω ώστε να δεχτεί περισσότερο το άγγιγμα μου.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει στον ορίζοντα, η ζέστη άρχισε να ενοχλεί και τα πεύκα δεν μπορούσαν να κρατήσουν άλλη άμυνα. Ήταν η ώρα που και οι δυό μας δεν αντέχαμε αυτό το αίσθημα του καλοκαιρινού ξεψυχίσματος. Η Ρόζα πια είχε ξαπλώσει για τα καλά πάνω στα πόδια μου βαριεστημένα και κοιμόταν. «Γεράματα Ρόζα» της φωνάζω, και μου αποκρίνεται τινάζοντας τα αυτιά προς τα πίσω.

Το βράδυ λύσαμε και πάλι τα βάρκα και ανοιχτήκαμε στη λίμνη.

Αυτό ήταν όλο το καλοκαίρι. Και εμείς μια γραφική μελαγχολική κουστωδία επαναλαμβανόμενων κινήσεων.

Μην περιμένετε κάποια έκπληξη. Η ιστορία τελειώνει ακριβώς όπως ίσως φανταστήκατε. Η Ρόζα δεν γύρισε μαζί μου. Έμεινε ένα βράδυ στο καρυδότσουφλο να κοιτάζει τα αστέρια για πάντα.

Εγώ, επέστρεψα μόνος με την ανάμνηση του ουρανού, ένα αστέρι με το όνομα της και το λουρί της ως νηπενθές φάρμακο για επόμενα βράδια στη λίμνη.

Soundtrack: