Το ημερολόγιο της Μαρλέν

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι

17 Οκτωβρίου

Αρρώστησα βαριά.

Από αναβλητικότητα.

Έμεινα να τον κοιτάζω.

Έμεινα να σκέφτομαι για να ζώ.

Έμεινα στα μετόπισθεν για να μη φοβηθώ.

Ονειρεύτηκα να κάνουμε έρωτα και ξϋπνησα με το κορμί μου να το έχει ζήσει.

Σκεφτόμουν να με αγκαλιάζει και να σβήνουν οι φόβοι μου αλλά δεν του το ζήτησα ποτέ.

Είδα το χέρι του να με αγγίζει κοιτώντας με με τόσο νοιάξιμο και η εικόνα χάθηκε, ξεθώριασε, διαλύθηκε σαν ομίχλη.

Κανένας δεν με έκανε να νιώσω όπως αυτός. Κανένας έρωτας δεν ξεπέρασε το φιλί του και κανένα κρεβάτι δεν συγκρίθηκε με το άγγιγμα του στο λαιμό μου.

Κανένας οργασμός δεν πλησίασε το ρίγος από…..

Και γω;

Αρρώστησα.

Βαριά.

Από αναβλητικότητα.

Από φόβο μη χάσω το Εγώ μου. Και έχασα τη ζωή. Έχασα τη φωνή του στ´αυτιά μου και την ηρεμία στο χαμόγελο του.

Μα αρρώστησα.. Από αναβλητικότητα…

Και όταν Ζήτησα μου δόθηκε. Μα στέρεψε το πηγάδι να ποτίζει συνέχεια μια ξερή καρδιά.

Πίστεψα ότι μπορώ αλλά…

Αρρώστησα.

Από αναβλητικότητα..

Θέλω το λίγο, το δράμα και τη νύχτα με δαιμόνια που δεν υπάρχουν. Μα πώς κατάφερε και Φώτισε ετούτος; Στα σκοτάδια τον είχα εγώ γνωρίσει.

Και τώρα πέρασε, με Φώτισε, με ζύγισε και δεν λύγισε.

Και αν άπλωνα το χέρι; Θα το έπιανε; Είναι περίεργοι ετούτοι οι μαχητές του Φωτός

Μα αρρώστησα.

Από αναβλητικότητα.

Και σκέφτομαι τα βράδια « Γιατί»

Και η καρδιά μου φτερουγίζει και πονά. Γιατί το Λίγο πια δεν το ζητά αυτός για ανάγκη. Θέλει «πολύ» γιατί «πολύ» είναι η ψυχή του. Ταξίδι η ζωή μαζί του. Έρωτας με θέα από το φινιστρίνι καθώς το πλοίο ταξιδεύει. Αγκαλιά και νοιάξιμο καθώς το αεροπλάνο ανεβαίνει . Ζωή που θέλει πνοή και θάρρετα.

Μα εγώ αρρώστησα..

Από αναβλητικότητα.

Μπορεί και να στέρεψα – ποιός ξέρει-

Έδωσα στο Λίγο πολλά.

Και τώρα εκείνος χάνεται γιατί το Φως αποζητά. Αυτός ο άνθρωπος από Μαγείες έχει περάσει μα δεν τον ρώτησα ποτέ. Τίποτα. Μόνο για μένα τον ρωτάω. Για να αρπάξω λίγη αξία.

Γιατί αρρώστησα

Από αναβλητικότητα.

Γυρίζω με «λίγους» που αποκαλώ «πολύ». Γελάω γιατί πρέπει, για να ξεχνώ τη φτώχια της ημέρας. Τον σκέφτομαι μόνο όταν ξεφύγει λίγο αξία..από μέσα μου.

Μα το ενδιαφέρον του φαίνεται να μην χρειάζεται πιά τα σκοτάδια.

«Τα έψαξα και χάθηκα» μου είπε ένα βράδυ κοιμισμένος στο κρεβάτι μου. Με τα ρούχα.

«Δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Μόνο δεσμά και ψευδαισθήσεις» και αποκοιμήθηκε.

Και γώ μαζί του. Από ασφάλεια.

Και έφυγε-ξημέρωσε- και ένοιωσα το δωμάτιο να γεμίζει από το Είναι του.

Ακόμα δεν ξέρω γιατί τον άφησα να φύγει.

Και μπέρδεψα την απουσία με την παρουσία. Και το αντίθετο. «Ψευδαισθήσεις»


Ακόμα βλέπω το Φώς να ξεμακραίνει.

Θα τρέξω. Γιατί αρρώστια δε το λές αυτό που έχω.

Θέλω τη ζέση του να φύγουν τα σκοτάδια.

Γιατί δε σκέφτηκα η ανόητη να δώσω. Μόνο ζητάω για να φορτίσω το σκοτάδι.

Μα….

Μέσα απ´το δόσιμο θα ανοίξουν τα κουράγια!

Ορίστε… Πάλι απ´ το τίποτα με φώτισε ο …Μάγος.