Υλακή

Και οχυρώνομαι. Πίσω από το γραφείο μου, στα χαρακώματα ενάντια στη ζωή.

Βλέπεις οι άνθρωποι -το σιχαίνομαι τόσο- με γνωρίζουν από την καθημερινή συναναστροφή και συγχρόνως με αγνοούν όσο περισσότερο με γνωρίζουν.

Όχι!

Δεν με απαξιώνουν. Δεν με απομονώνουν. Δεν με απορρίπτουν. Το αντίθετο…

Μα όσο με ζητούν τόσο με αγνοούν.

Γιατί μαθαίνουν και αυτοί αυτό που και γω μισώ περισσότερο. Την εικόνα μου. Μα αγνοούν την ψυχή μου.

Ανησυχώ τα βράδια μήπως την επόμενη μέρα δώ αυτά που παρέλειψα να δώ ως σήμερα. Να μετανιώσω γι´ αυτό που τη Ζωή μου όλη στήριξα.

Να κατηφορίσω μεσημεράκι στην αγαπημένη ταβέρνα και να παραγγείλω το «γνωστό». Και να διαπιστώσω ξαφνικά ότι η ταβέρνα δε μου αρέσει και το «γνωστό» μού φέρνει αηδία.

Γιατί τα πάντα είναι καινούργια λίγο πρίν μεταμορφωθούν σε παλιά.

Και κάθε μέρα βρίσκομαι σε μια πόλη άγνωστη. Και κάθε μέρα είμαι ένας Άλλος.

Και αύριο θα κοιτάξω το χαρτί και θα πώ….

«Αυτά που έγραψα εγώ, πιά δεν τα πιστεύω»