Φολέγανδρος

Τα αστέρια τα είχαμε δει κάποιες φορές. Λιγότερες από όσες το κανονίζαμε. Και το φεγγάρι το ίδιο. Ποιός είχε χρόνο όμως γι αυτά; Εκείνη δεν μπορούσε τον εαυτό της, εγώ πήρα το λάθος δρόμο.

Μια βαβούρα οι στιγμές, από απροσπέλαστα εγώ, πολλά λόγια και καθόλου ησυχία.

Που ν’ακούσουν οι ψυχές με τόση φασαρία.

Αλλά ακόμα και έτσι, μερικές φορές στο ξέφωτο, ο Ρίτσος γινότανε ξεκάθαρος «Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε».

Μετά πάλι ξεχνιότανε, κατέβαινε η στιγμή απ’τη μαρκίζα, έκλεινε η πόρτα ξοπίσω μας και ροβολούσε η ύπαρξη μια ατέλειωτη κατηφόρα προς την αποσύνθεση.

Και αυτή η εγωκεντρική άνευ ουσίας επανάληψη…

Πόσο ντροπή αυτή η άδικη τιμωρία.

Τώρα ο αέρας εδώ φυσάει αλλιώς, εγώ βρήκα το δρόμο μου, φύτεψα το πρώτο μου δέντρο μάλιστα και το βλέπω να μεγαλώνει.

Εκείνη, «τους δρόμους που τραβά, εγώ δεν τους γνωρίζω».

Το καλοκαίρι όμως αυτό, η Φολέγανδρος μας περιμένει. Η Βάρδια και το Λιβάδι μάς κράτησαν μια γωνιά για να ησυχάσουμε μαζί επιτέλους. Γιατί τώρα είναι η στιγμή να περπατήσουμε «το μόνο δρόμο που οδηγεί στον Ωκεανό».

Να πούμε αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ και να τα σφραγίσουμε με ξόρκια εκεί που τους αξίζουν. Να τα βολέψουμε σε ένα γυάλινο μπουκάλι και ένα σούρουπο, πιασμένοι χέρι χέρι, να το πετάξουμε στη θάλασσα.

Και μετά να κλείσουμε για λίγο τα μάτια, να νιώσουμε το χέρι του άλλου να μας κρατά σταθερά και να κοιτάξουμε μαζί τον Ουρανό που τόσο καιρό χώρια μας συμπονούσε.

Και έτσι θα αρχίσουν όλα.

Μα η Φολέγανδρος δεν θα είναι εκεί για πάντα. Η πόρτα κοντεύει να κλείσει. Και αν δεν έχουμε θάρρος, ο Ρίτσος θα διαψευστεί πανηγυρικά και ο ουρανός θα υπογράψει με μονοκοντυλιά ότι πολλά περίμενε μα δεν υπήρχαν.

Και τότε αυτό που σε ταλανίζει μέσα σου θα πρέπει να το σβήσεις. Γιατί φοβήθηκες πολύ αυτό που αποζητούσες.

Και η Φολέγανδρος θα θυμίζει πάντα «αυτό που ξέρεις ότι ήθελες μα δείλιασες να πάρεις».

Και εγώ θα πετάξω χωρίς εσένα…