Herman and Chloe.

Η ιστορία που κάποτε έπρεπε να ειπωθεί

Είχαν κουραστεί και οι δύο.

Ο Χέρμαν, να προσπαθεί να φρενάρει όλο αυτό που ξαφνικά συμβαίνει και η Χλόη την αβεβαιότητα του «ούτε μπροστά ούτε πίσω».

Ο Χέρμαν είχε πιαστεί απροετοίμαστος. Και πόσο μισούσε να του συμβαίνει αυτό. Μια ζωή ολόκληρη τη χαράμισε να προετοιμάζεται για κάτι.

Όταν γνώρισε τη Χλόη, στην αρχή απολάμβανε την υπεροχή του. Η Χλόη ήταν μια χαμογελαστή κοπέλα, που τον άφηνε μα χαίρεται μια εξουσία που ποτέ δεν είχε. Είχε καταλάβει από νωρίς ότι ο δυναμικός αυτός άνδρας όλο και περισσότερο φοβόταν τη σκιά της. Οπότε του επέτρεπε τα παιχνίδια υπεροχής αν και μέσα της μάλλον γελούσε.

Στην αρχή ο Χέρμαν ένιωθε συνέχεια ξαφνιασμένος από τη Χλόη. Και δεν πέρασε πολύς καιρός που όλο αυτό το ερμήνευσε ως απειλή. Και ενστικτωδώς έθεσε τον εαυτό του έτοιμο να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Ο Χέρμαν ξέρετε, ήταν εκπαιδευμένος στη μάχη. Όλη την εξυπνάδα του την είχε κατευθύνει εκεί. Απ’ όσο θυμάται τον εαυτό του, πάντα κάστρα προστάτευε. Πάντα, σχεδίαζε αμυντικά πλάνα. Και δε μπορούσε να κάνει αλλιώς, γιατί αν δεν το έκανε η ζωή του κινδύνευε. Αληθινά.

Τότε….

Τώρα, έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Κράτησε τον εχθρό απ’ έξω.

Μα αυτή η απειλή ήταν διαφορετική. Ο εχθρός δεν έκανε επιθέσεις. Και αυτό τρομοκρατούσε το Χέρμαν. Δεν είχε σχεδιάσει ποτέ άμυνα για κάτι που δεν επιτίθεται, κι όμως του κάνει τόση ζημιά!

Κάθε του γνώση, κάθε του σιγουριά, κάθε του σχέδιο παράπαιε σιγά και σταθερά.

Η Πόλη εάλω- Ο εχθρός κερδίζει.

Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι έχανε το κάστρο. Το πρόβλημα ήταν ο πανικός του που δεν έβλεπε τον εχθρό.

Φανταστείτε να κάθεστε στο κέντρο του πιο απόρθητου κάστρου. Που το έχετε χτίσει με την τελευταία λέξη δόμησης. Που έχετε μελετήσει κάθε αμυντική επιστήμη. Και τώρα κάθεστε σίγουρος στο πιο ψηλό σημείο και περιμένετε τον εχθρό να επιτεθεί.

Και να που εμφανίζεται ο εχθρός στο βάθος. Με παιάνες, στρατιωτικά παραγγέλματα και με αμπαρωμένες πύλες τον υποδέχεστε. Όμως ο εχθρός δεν έχει στρατό. Πλησιάζει, κάνει μια βόλτα γύρω από τα τοίχη και θρασύτατα στέκεται μπροστά από την πιο απροσπέλαστη πύλη!

Και τότε, το κάστρο αρχίζει και πέφτει. Έτσι απλά. Και ο Χέρμαν δεν έχει ξανανιώσει τέτοιο πανικό. Γιατί βλέπει τα πάντα να γκρεμίζονται, αλλά δεν βλέπει εχθρό. Δε βλέπει πολιορκητικούς κρυούς, δε βλέπει φλεγόμενα βέλη να σκεπάζουν τον ουρανό. Δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Κι όμως η πόλη πέφτει!!

Όταν ο Χέρμαν συνέρχεται από την ήττα, περπατώντας ανάμεσα στα χαλάσματα, εμφανώς καταβεβλημένος, προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί.

Η Χλόη δίπλα του και αυτή, κουρασμένη από τη μάχη τού πιάνει το χέρι. Αυτός τελείως γυμνός πια απέναντι της, το τραβάει σχεδόν ενστικτωδώς. Από ντροπή. Δεν της αξίζει. Όλα όσα φανερά της είχε «πουλήσει», πια έπεφταν σαν τραπουλόχαρτα μπροστά του. Δεν είχε απλά ηττηθεί. Τα πάντα είχαν διαλυθεί και δεν ήξερε το γιατί και το πώς.

Η Χλόη δεν γνώριζε τις μάχες. Δεν ήξερε πως γκρέμισε την πιο καλοχτισμένη αμυντική πόλη. Δεν καταλάβαινε ότι στο πέρασμα της κατέστρεψε το μεγαλύτερο και πιο λαμπρό Βασίλειο που υπήρξε ποτέ.

Έβλεπε μόνο συντρίμια στα μάτια του Χέρμαν. Χωρίς ποτέ να φανταστεί τι είχε συμβεί. Και ο δυνατός, έξυπνος γοητευτικός νεαρός, έγινε πια ένας ανασφαλής, δειλός άντρας που – ώ τι έκπληξη-δεν ξέρει τί θέλει.


Ο Χέρμαν άφησε τη Χλόη να κρατάει τις αποστάσεις της, Ενεργοποίησε και πάλι το μυαλό του και άρχισε να μελετά και πάλι. Αυτή τη φορά όμως δεν τον ενδιέφερε η άμυνα. Είχε ισοπεδωθεί τόσο, είχε ντροπιαστεί περισσότερο από ποτέ μπροστά στη Χλόη, που πλέον κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο ήταν τελικά λυτρωτικό γι’ αυτόν. Μετά από τόσα χρόνια προετοιμασίας για νίκες είχε ξεχάσει πως ήταν οι «ήττες». Όταν έπεσε το προσωπείο, γκρεμίστηκαν και όλα μέσα του.

Δεν είναι εύκολο όταν αγωνίζεσαι μια ζωή να χτίσεις την ταυτότητα σου, ξαφνικά να τη χάνεις. Το κενό είναι αβάσταχτο.

Όχι όμως για το Χέρμαν. Όχι όσο σκεφτόταν τη Χλόη.

Και τότε ξεκίνησε έναν αγώνα δρόμου. Κάλεσε τους καλύτερους τεχνίτες. Τους πιο ξακουστούς μηχανικούς. Τους πιο γρήγορους χτίστες. Και άρχισε να χτίζει από την αρχή το Κάστρο.

Αυτή τη φορά δε χρειαζόταν τοίχη. Έφτιαξε κήπους κρεμαστούς, ρυάκια να διασχίζουν το Βασίλειο του, κήπους που άρεσαν στη Χλόη και το κεντρικό Οίκημα, έτσι όπως θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί.

Και όταν άρχισε το νέο Βασίλειο να παίρνει μορφή, αποφάσισε να μην περιμένει άλλο και έτρεξε στη Χλόη.

Χαμογελαστός. Με φουσκωμένα τα στήθη από περηφάνια γι’ αυτό που κατάφερε. Έτοιμος να την πιάσει το χέρι, να της κλείσει τα μάτια και μα την οδηγήσει στο Βασίλειο του.

Η ανυπομονησία έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Όταν έφτασε στο κατώφλι της, έφτιαξε γρήγορα το ανακατεμένο του μαλλί, μάζεψε λίγο τα ρούχα του και την φώναξε να βγει έξω.

Η Χλόη τον κοίταξε από το παράθυρο. Μα δε βγήκε….

Του έστειλε ένα φιλί, του αφιέρωσε ένα δάκρυ και επέστρεψε μέσα τραβώντας την κουρτίνα.

Ο Χέρμαν άκουσε την βαριά αντρική φωνή να την καλεί από μέσα.

Έσκυψε, γονάτισε, άγγιξε το χώμα στην αυλή της και έκλεισε τα μάτια.

Ο άνεμος σφύριξε στα αυτιά του και η νύχτα του έσφιξε τον ώμο. Το φεγγάρι τον κοιτούσε με σιγουριά και η θάλασσα του φανέρωσε.

Η Χλόη δεν ήξερε και δεν πρόλαβε να μάθει όλη την αλήθεια. Έφυγε με τη σιγουριά της Βολικής γνώσης. Που καθαγιάζει την παλλόμενη καρδιά και πονηρά την ηρεμεί. Και δε θα τη μάθει ούτε από εδώ απόψε.

Είναι ένα γαλήνιο Χρέος της ψυχή αυτό, να την αναζητήσει όταν θα αντέχει….

Ο Χέρμαν σηκώθηκε και πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Και τότε συνέβησαν Όλα.

Like what you read? Give The Storyteller (Χ.Π) a round of applause.

From a quick cheer to a standing ovation, clap to show how much you enjoyed this story.