Message in a bottle

Την ιστορία αυτή μου τη διηγήθηκε ο παππούς μου. Ένα βράδυ καλοκαιρινό περπατούσε σε μια παραλία και είδε ένα μπουκάλι να γυαλίζει κάτω από το φως του φεγγαριού. Όταν το πήρε στα χέρια του με σκοπό να το απομακρύνει από τη θάλασσα παρατήρησε ότι μέσα του είχε ένα χαρτί. Το πήρε σπίτι του, το άνοιξε με πολλή προσοχή και αυτό που διάβασε τον συγκίνησε τόσο που προσπάθησε να βρει ποιός είναι ο συγγραφέας και γιατί πετάχτηκε ένα τέτοιο γράμμα στο νερό. Μετά από πολλές προσπάθειες και κάποια δημοσιότητα που πήρε το θέμα, έλαβε ένα γράμμα από κάποιον Κόνορ Άσλεϊ. Μέσα σε αυτό το γράμμα του εξηγούσε τα πάντα.

(…)

Αν και ποτέ δεν μου είπε τι έλεγε αυτό το γράμμα, μου έδωσε το κείμενο του μπουκαλιού και μου επέτρεψε να το δημοσιεύσω. Με την ευχή, να μην ντρέπομαι ποτέ να εκφράσω το τι αισθάνομαι. Και τις στιγμές που κάνω πίσω από φόβο ή ανασφάλεια, να διαβάζω το γράμμα του Κόνορ Άσλεϊ. Και στη συνέχεια το γράμμα μου να το δίνω στο πρόσωπο που επιθυμώ και να μην το πετάξω στη θάλασσα.

Το γράμμα στο μπουκάλι:

Πολλές φορές οι άνθρωποι χρειάζονται. χρόνο και κάματο για να μπορέσουν τελικά μέσα στο διάβα της ζωής να δουν τον άλλον.

Εμένα μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα.

Όχι γιατί είμαι μάντης. Αλλά γιατί η ζωή μου έδωσε τον κατάλληλο πόνο, την πρέπουσα δυστυχία, τη σωστή αγάπη και την χρήσιμη ευτυχία , ως κλειδιά στο γρίφο της ψυχής σου

Και όσο και αν γυρνούσα στη ζωή με αυτά τα κλειδιά στο χέρι, θυμωμένος και χαμένος και απορημένος γιατί εγώ έπρεπε να πάρω αυτό το δρόμο, γιατί η ζωή με εμπαίζει και μου δίνει κλειδιά που δεν άνοιξαν ποτέ καμία πόρτα, τότε σηκώνω το κεφάλι μου . Σε βλέπω.

Το πιο όμορφο χαμόγελο που έχω δει. Τα πιο πονεμένα μάτια που θα μπορούσα να αντέξω. Και τα κλειδιά μπαίνουν στο βλέμμα σου. Και ξεκλειδώνουν τις πόρτες τις ψυχής σου. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κρακ , κρακ, κρακ. Άκουσα την βαριά σιδερένια πόρτα της ψυχής σου να ξεκλειδώνει… *

Που να ήξερες αγάπη μου πως είναι αυτό το συναίσθημα όπου το τίποτα γίνεται το παν. Όπου η ζωή σε ταρακουνάει και σου απαντάει ξάφνου σε όλα τα θυμωμένα ερωτήματα που της απευθύνεις τόσο καιρό.

Πόσο αδύναμος νιώθεις που ξάφνου αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί τελικά να μην ελέγχεις τη ζωή σου απόλυτα αλλά η ζωή να ελέγχει εσένα.

Και ακόμα και αν αρρωστημένα προσπαθείς να καταλάβεις τα πάντα αλλά δε μπορείς, θα στρίψεις μια μέρα καταλάθος το κεφάλι και όλη η προγραμματισμένη γνώση που έχεις αποκτήσει τόσο καιρό δε θα αρκεί για να αντιληφθείς τη συνάντηση 2 ψυχών σε 3 δευτερόλεπτα.

Θα μπορούσα να γράψω βιβλίο μόνο για εκείνη τη στιγμή γιατί στο βάθος του μυαλού μου ακόμα και αν σου έχω περιγράψει τα πάντα για τότε, δε σταματάω να γράφω, να ανακαλύπτω, να προσθέτω και να συνθέτω τη μαγεία των 3 δευτερολέπτων. Χάραξαν την καρδιά μου από το πουθενά.

Τότε… δεν είχα άλλη επιλογή. Το καταλαβαίνω τώρα. Δε θα μπορούσα να μην είμαι εκεί τότε. Ακόμα και αν δεν συνήθιζα να ήμουν. Ακόμα και αν η ανθρώπινη φύση με έβαλε σε ένα δύσκολο μονοπάτι, με δισταγμούς δειλίες, πόνο και αδυναμία έπρεπε να είμαι εκεί. Τότε.

Έπρεπε να φύγω μόνο όταν θα χάραζα το δρόμο για να βρεις την πορεία. Και ακόμα και αν εσύ νομίζεις ότι έφυγες, θέλω να πιστέψεις ότι ήταν η στιγμή που ολοκλήρωσα το έργο μου και σε άφησα να φύγεις. Ίσως να μπορούσα να σε προετοιμάσω λίγο περισσότερο , αλλά τελικά φάνηκε αδύνατο .

Ήταν ακριβώς η στιγμή , όπως πολλές φορές σου έχω πει που έπρεπε να σου αφήσω το χέρι και να πορευτείς. Μόνη σου.

Και εγώ έπρεπε να παραμείνω με την ανθρώπινη φύση μου. Να θυμώσω, να πονέσω. Να στρίψω στο επόμενο σταυροδρόμι για μια πορεία που δεν σε περιείχε.

Αλλά σαν να περπατούσα παράλληλα. Σε 2 δρόμους διαφορετικούς. Αλλά παράλληλους. Σαν να προχωρούσαμε μαζί αλλά κανένας δεν έβλεπε τον άλλον.

Και χάθηκα πάλι.

(…)

Σταμάτησα να σκέφτομαι αυτό που αισθάνομαι και όλη μου η ενέργεια πήγε στο να αμφισβητήσω αυτά που ήξερα.

“Έκανες λάθος ” έλεγα. Ακόμα και αν αναρωτιόμουν πως μπορεί να έκανα τέτοιο λάθος, προσπαθούσα να αλλάξω την διαδρομή της καρδιά μου. Να της αλλάξω τη ρότα. Να της αλλάξω την ροή των συναισθημάτων. Να την επαναδιαμορφώσω.

Δεν ήταν εύκολο για μένα. Ήταν δύσκολο και επίπονο. Αλλά όσο και μόνο δύσκολα και επίπονα έχω μάθει, αυτό φάνταζε σαν να έκανα κάτι παρα φύση. Κάτι που δεν φτιάχτηκε για να γίνει έτσι. Κάτι που κάθε φορά που το άλλαζα μέσα μου, η ζωή μου έδειχνε οτι αυτό που κάνω δε γίνεται. Αλλά δεν την άκουγα.

Έκλεισα το φως, ήθελα σκοτάδι. Δεν άντεχα το φως που είδα στα μάτια σου.Όσο υπήρχε μέσα μου πονούσα αφόρητα. Όσο μάθαινα για σένα πάθαινα κακό. Έπρεπε να σταματήσει αυτό.

Έπρεπε να σε μισήσω.

Αλλά σαν να γελούσε η ζωή μαζί μου. Κάθε φορά που μάθαινα κάτι για σένα όσο και να προσπαθούσα να αδιαφορήσω, μέσα μου, το βράδυ καθώς ξάπλωνα ένιωθα τον πόνο σου και την αδυναμία μου να σε βοηθήσω.

“ ‘Οχι ” έλεγα.”Δεν μπορεί να τη νιώθεις τώρα μετά από όλα αυτά, μετά από όλο αυτόν τον καιρό. Δε μπορεί να υπάρχει αυτή η ψυχική σύνδεση.Κάνεις λάθος”

Και όσο και αν πολλά βράδια κοιτούσαμε τον ίδιο ουρανό και αισθανόμουν, ναι ναι αλήθεια αγάπη μου, αισθανόμουν ότι σου μιλούσα και μου μιλούσες. Αισθανόμουν ότι τα αστέρια μετέφεραν τα μηνύματα μας-ήμουν σίγουρος .Το ένιωθα.

Και όσο και αν ήθελα να σου φωνάξω “ Και αν χάθηκαν τ αστέρια από παντού, να έρθεις να σου φτιαξω δικά μου “ έπρεπε να με αμφσβητήσω και πάλι.

Έκανα αγώνα να σταματήσω να νοιώθω αυτή την αδυναμία. Δεν μου έκανε καλό.

Πονούσα όχι για μένα.Αλλά τόσο πολύ για σένα. ΓΙατί αναρωτιόμουνα πολλά καλοκαιρινά βράδια. γεμάτα κόσμο, αν τελικά κατάφερα να αφήσω τα σημάδια στο δρόμο. Αν ήταν ικανά να τα δεις.

Ίσως να μην τα κατάφερα να τα αφήσω εκει που έπρεπε και εσύ δεν θα τα δεις και θα χαθείς. Σχεδόν με τρομοκρατούσε αυτή η αδυναμία μου να έκανα τέτοιο λάθος. Σκεφτομουν αν τα στήριξα καλά!Αν τα άφησα στο σωστό σημείο! Και αν όχι ; .Αν , αν , αν

Ο καιρός πέρασε έντονα. Σταμάτησα να ξέρω αν υπάρχεις, Άλλωστε σε είχα αφήσει αλλού. Απλοποίησα τις φωνές. Τις έκανα να σωπάσουν. Με έπεισες τελικά ότι ήθελες κάτι άλλο από εμένα.΄Ηταν ξεκάθαρο . Και αυτό μου έκανε καλό. Συνέχισα. Γιατί ήξερα ότι δεν είμαι εγώ αυτό που χρειάζεσαι.

Ακόμα και όταν ήρθες εκει στο τέλος του καλοκαιριού με θράσος να με δεις μετά από όλα αυτα, με έκανες να σιγουρευτώ ότι είσαι ο εαυτός σου και μόνο. Και όταν γεμίζεις από τον εαυτό σου δεν υπάρχει χώρος για άλλον. Δεν με είδα πουθενά μέσα σου. Ακόμα και αν ήρθες όσα και να είπες….

Μόνο όταν με αγκάλιασες ταρακουνήθηκα αλλά γρήγορα μάζεψα τις τελευταίες μου δυνάμεις και το σταμάτησα.

(…)

Η ιστορία που περιέγραψα συνεχίστηκε πάλι. Η ζωή έκανε τους αδύναμους κύκλους της μέχρι να καταποντίσει κάθε ομορφιά του συναισθήματος. Δεν άφησε στιγμή γλυκιά.

Το τρένο που περνούσε και έτριζαν οι ράγες δεν σταματούσε σε σταθμούς. Τους διαπερνούσε με ορμή γκρεμίζοντας ότι μαγικό, υπερβολικό και ανώριμα όμορφο έφερε μια στιγμή.

Όμως το ανώριμο γίνεται ώριμο. Η στιγμή καταγράφεται ως μέρος σου και το μάθημα δεν έχει να κάνει με τον άλλον αλλά με σένα. Η σοφία που αποκτάς σε δυναμώνει και σε φωτίζει να ξέρεις ότι ο άλλος δεν ευθύνεται για σένα. Και το συναίσθημα της στιγμής μονόπλευρο γαρ, υπήρξε τοίχος αδιαπέραστος για τον άλλον. Η ένταση της στιγμής τρομάζει. Είναι μη διαχειρίσιμη. Άλλος μένει και φουντώνει φωτιές και άλλος τρέχει μακριά. Αλλά και οι 2 δεν είναι έτοιμοι για τη στιγμή.

(…)

Το γράμμα συνεχίζεται. Όμως ο παππούς μου δε μου επέτρεψε να δω τη συνέχεια. Όταν τον ρώτησα γιατί, μου απάντησε ότι ήταν απαίτηση του συγγραφέα. Όμως μου υποσχέθηκε ότι όταν έρθει η ώρα, θα το διαβάσω μέχρι τέλους.
Και με αποχαιρέτησε με μια τελευταία πληροφορία : Το γράμμα του Κόνορ Άσλεϊ δεν το πέταξε ο ίδιος στη θάλασσα. Αλλά εκείνη για την οποία το έγραψε….
One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.