Για τον Περικλή

Τον Περικλή τον γνώρισα ένα καλοκαιρινό βράδυ του ’99 στην Όστρια στα Εξάρχεια. Είχαμε βγει για ποτά με τον Γρηγόρη και κάποια στιγμή αριβάρισε και γνωριστήκαμε. Η πρώτη εντύπωση οφείλω να ομολογήσω ότι δεν ήταν και η καλύτερη. Με κοίταξε με εκείνο το βαρύθυμο βλέμμα του που σε πέρναγε σαν ακτίνες Χ και μου φάνηκε πολύ μυστήριος τύπος. Από τότε μεσολάβησαν 18 χρόνια, μια εταιρία που ήμασταν συνέταιροι, πολλά ξενύχτια για δουλειές και για ποτά, βόλτες, καφέδες, συζητήσεις, προβληματισμοί, πολλά ζόρια ειδικά τα τρία τελευταία χρόνια και μια φιλία που είχε τα πάνω της και τα κάτω της αλλά άντεξε στο χρόνο.

Αν υπάρχει κάτι που πάντα θαύμαζα σε αυτόν ήταν η ακεραιότητα του. Ένας άνθρωπος που ήξερες ότι στα ζόρια θα σταθεί πάντα στο ύψος των περιστάσεων και πως μπορούσες να βασιστείς πάνω του. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να λέει δικαιολογίες γιατί δεν έκανε αυτό ή εκείνο. Έκανε πάντα αυτό που έπρεπε να κάνει ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολο ήταν, ή αν του άρεσε ή όχι. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε θέματα δουλειάς.

Ο Περικλής πίστευε στην μετεμψύχωση και πως στην προηγούμενη ζωή του ήταν κροκόδειλος. Τώρα τον φαντάζομαι σαν έναν αλανιάρη γάτο να γυρίζει τα σοκάκια της Αθήνας, φιλικός με τους ανθρώπους, αλλά πολύ περήφανος για να κάτσει να τον χαϊδέψουν. Σαν τον γάτο που έχει έξω από την Βουλή που τη μισή μέρα λιάζεται κοιτώντας τους περαστικούς. Ή κάποιο αποδημητικό πουλί να αλωνίζει τις ηπείρους σαν τον αγαπημένο του ήρωα αφού ούτως ή άλλως ο κώλος του είχε καρφιά και ποτέ δεν μπορούσε να κάτσει σε ένα μέρος για πολύ ώρα. Και μας βλέπει από κάπου και λέει ρε μαλάκες τι στενοχωριέστε τώρα για μένα, στενοχωρηθείτε για τους εαυτούς σας που τα παίρνετε όλα πολύ στα σοβαρά. Ο ίδιος δεν νομίζω ότι πήρε ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά, αν τον έπαιρνε δεν θα τον κακοποιούσε τόσο βάναυσα.

Πράγματα που θα θυμάμαι από τον Περικλή επί τροχάδην. Τα χαοτικά διαγράμματα και οι σημειώσεις του που απορούσες πως είναι δυνατόν λογικός άνθρωπος να βγάζει νόημα από αυτό το πράγμα. Το ότι κάθε συζήτηση απαραιτήτως έπρεπε να περιλαμβάνει και την απαιτούμενη δόση ίντριγκας αλλιώς ήταν παντελώς αδιάφορη. Οι συζητήσεις για τον Ολυμπιακό όπου όπως κάθε γαύρος που σέβεται τον εαυτό του ποτέ δεν αφορούσαν το παιχνίδι αυτό καθαυτό αλλά όλα τα υπόλοιπα. Το ότι δεν τον είχα δει ποτέ μεθυσμένο ενώ έπινε από τη μάνικα. Πως ήταν πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και παρόλο που το έκρυβε το ήξεραν οι πάντες.

Γιατί ο Περικλής με όλα τα κουσούρια του, που δεν ήταν και λίγα-αλλά και ποιανού είναι, ήταν κατά βάση ένας πολύ αληθινός άνθρωπος. Που του άρεσε να ιντριγκάρει τους γύρω του όχι για να τους πικάρει αλλά για να τους απαλλάξει από τα δεσμά της πολιτικής κορεκτίλας. Το ότι σε μια αγορά που σπάνια ο κόσμος εκφράζεται ελεύθερα όλοι έχουν να θυμούνται συζητήσεις μαζί του που πήγαιναν πέρα από τα τετριμμένα συγκαταλέγεται στα μεγάλα ατού του. Ο Περικλής έκανε τον κόσμο γύρω του να αισθανθεί σημαντικός και γι αυτό η αγορά του το ανταπέδωσε με αναγνώριση κι ευγνωμοσύνη.

Το μεγαλύτερο του χάρισμα ήταν ότι ενέπνεε εμπιστοσύνη. Του ήταν πολύ εύκολο να κάνει φίλους. Ο καθένας από εμάς έχει το πολύ δύο-τρεις καλούς φίλους. Αυτός πρέπει να είχε τρεις ντουζίνες, χωρίς υπερβολή. Δεν νομίζω ότι υπήρξε άνθρωπος που να είχε σχέση μαζί του και να μην τον θεωρούσε καλό του φίλο. Και γι αυτό το πρώτο πράγμα που ακούς από πολλούς εκεί έξω ήταν ότι χάσαμε ένα πολύ καλό παιδί. Όσο για το ελληνικό Internet, το μεγάλο κληροδότημα του Περικλή είναι ότι συν-διαμόρφωσε τις συνθήκες για να είναι σήμερα η αγορά πολύ πιο ώριμη από ότι ήταν πριν μερικά χρόνια. Συνέβαλε στο να ωριμάσει ο κλάδος μας και να αναγνωρίσουν όλοι τις καλές δουλειές χωρίς να υπάρχει ζήλια και φθόνος. Και γι αυτό το σημαντικότερο που αφήνει πίσω του είναι μια σειρά από πολύ σπουδαίους ανθρώπους που έχουν να πουν γι αυτόν τα καλύτερα. Πολλοί ασχοληθήκαμε με το Internet γιατί αγαπούσαμε την τεχνολογία. Ο Περικλής ασχολήθηκε με το Internet γιατί αγαπούσε τους ανθρώπους πίσω από την τεχνολογία. Γιατί όπως είχε πει κι ο Σαββόπουλος, οι παρέες γράφουν ιστορία.

Ο Περικλής είχε αδυναμία στους περιθωριακούς τύπους και τους δύσκολους. Υποθέτω ότι ήταν σαφής επιρροή από τον αγαπημένο του χαρακτήρα κόμικ, τον Κόρτο Μαλτέζε του Πρατ. Κι αυτό ίσως εξηγεί και μια μόνιμη τάση για φυγή που είχε και μεταφραζόταν σε μεγάλα διαστήματα στα οποία εξαφανιζόταν τελείως, αλλά και μια έμφυτη δόση μελαγχολίας που τον διακατείχε. Κι όπως ο χάρτινος ήρωας χάραξε τη δική του μοίρα, έτσι κι αυτός ακολούθησε ένα δικό του μονοπάτι που τελικά του χάρισε μια ζωή γεμάτη σε συναισθήματα κι εμπειρίες. Γιατί τελικά ο Περικλής ήταν larger than life. Ένας πληθωρικός τύπος που είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι και που αν και έφυγε νωρίς, έφυγε γεμάτος. Και κυρίως έφυγε με πολλή αγάπη από πάρα πολλούς ανθρώπους. Και γι αυτό δεν του αξίζει να τον λυπόμαστε. Αν και το τέλος ήταν άσχημο και δεν του άξιζε, η υπόλοιπη πορεία ήταν πολύ πλούσια.

Καλό ταξίδι άρχοντα. Κάποια μέρα θα τα ξαναπούμε. Μας λείπεις ήδη πολύ αλλά δεν θα γινόταν κι αλλιώς.