Είναι η Τεχνολογική Επανάσταση, ανόητε! (vol.2)

Ενάμιση χρόνο πριν, λίγες ημέρες μετά το Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός με κεντρικό θέμα την «4η Βιομηχανική Επανάσταση», όταν η Ευρώπη βίωνε μία άνευ προηγουμένου μεταναστευτική κρίση στα σύνορά της, ενώ προσπαθούσε να συνέρθει από το σοκ τρομοκρατικών επιθέσεων, και όταν όλοι παρακολουθούσαμε σκωπτικά τις εσωκομματικές εκλογές στην Αμερική και το διάλογο ενόψει δημοψηφίσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς βέβαια να λογαριάζουμε ότι σε ένα χρόνο από τότε το Μπρέξιτ θα είναι πιο αληθινό από ποτέ και στο Λευκό Οίκο θα κάθεται ο Ντ. Τραμπ, έγραψα ένα ομότιτλο άρθρο, τη συνέχεια του οποίου δημοσιεύω σήμερα.

Σκοπός αυτού του άρθρου (vol.2) είναι να κάνει έναν απολογισμό με βάση το σχετικό που δημοσιεύτηκε ακριβώς ένα χρόνο πριν και να σημειώσει τις αντίστοιχες τάσεις που διακρίνονται στην κοινωνία με κύρια αναφορά στο ρόλο της τεχνολογικής επανάστασης.

Αν συνόψιζα το συμπέρασμα σε λίγες λέξεις, αυτό θα ήταν ότι ο δυτικός κόσμος οδεύει σταθερά και εν πολλοίς οικειωθελώς (αφελώς) στην απώλεια της ελευθερίας του, με βασικό όχημα τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογική επανάσταση, ΑΝ ΔΕΝ…! Ωστόσο, αρχίζουν και διαφαίνονται ενδιαφέρουσες εξελίξεις στη συνεννόηση και το συντονισμό εταιριών, καθώς και σε νομοθετικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης βασικά, κάτι που υποδηλώνει, έστω διστακτικά, την επιθυμία προσαρμογής των κοινωνιών στα νέα δεδομένα. Όλα τα σημάδια δείχνουν πως όλα είναι υπό διαμόρφωση, τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμα, κάτι που αφήνει το πεδίο ελεύθερο για να θέσουμε εμείς, οι προοδευτικοί πολίτες τα δικά μας ζητούμενα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, τα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνουν τα εξής: διασφάλιση ελευθεριών και ασφάλειας, την ευελιξία επιλογών, καθώς και τη διαμόρφωση αιτημάτων και τη διεκδίκηση περισσότερης συμμετοχής στις υπό εξέλιξη τεχνολογικές εξελίξεις.

Με βάση το περσινό άρθρο λοιπόν, έκανα τη διαπίστωση ότι η (λεγόμενη 4η ) τεχνολογική επανάσταση μεγαλώνει τα κενά ανάμεσα στις ανεπτυγμένες και μη οικονομίες, ανάμεσα στα πιο εύπορα και μη κοινωνικά στρώματα, ακόμα περισσότερο ανάμεσα στους «προνομιούχους» της μόρφωσης, της κατάρτισης και της δυνατότητας προσαρμογής στην παγκοσμιοποίηση και στους μη, ενώ προσβάλλει τα υπάρχοντα συστήματα και διαδικασίες εκπαίδευσης, συνεπώς υποτιμά τις δεξιότητες των εργαζομένων, γεννά νέες ομάδες λειτουργικά αναλφάβητων και «ξεχασμένων» ανθρώπων, οι οποίοι δεν συμμετέχουν και δεν ακολουθούν το κύριο σώμα των οργανωμένων κοινωνιών στις οποίες ζουν, προσφέρει νέα εργαλεία στα χέρια αυταρχικών πολιτικών, χειροτερεύει τα πιο άγρια καταναλωτικά ένστικτα και γι’ αυτό εντείνει την ανελευθερία των ατόμων. Από πέρισυ αυτές οι σκέψεις έχουν πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις σε πολλά άρθρα περί — εκ των υστέρων — ερμηνείας του νέου κύματος παγκοσμιοποίησης, της τεχνολογικής επανάστασης, κλπ.

Σαν συνέχιση των περσινών σκέψεων, και με τις εμπειρίες αυτών των μηνών, επανέρχομαι στο θέμα για να καταθέσω τις νέες διαπιστώσεις και να καλέσω σε «προσγείωση» και σοβαρότητα στο πώς προσεγγίζεται το θέμα της τεχνολογικής επανάστασης (δεν σκοπεύω να αναφερθώ καν στον κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας από την Τεχνητή Νοημοσύνη στις χιλιάδες λέξεων που γράφω), ειδικά στα ζητήματα που άπτονται της οργάνωσής μας ως κοινωνίες, δηλαδή την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνιολογία.

Οι διαπιστώσεις/σκέψεις λοιπόν έχουν ως εξής:

Ο κόσμος των εταιριών τεχνολογίας δείχνει να αγνοεί παντελώς το ότι ενώ η τεχνολογική πρόοδος είναι κυριολεκτικά ασταμάτητη και σαρωτική, εν τούτοις η αποδοχή και η εφαρμογή της τεχνολογίας από τους ανθρώπους έχει όρια και δεν κινείται κατά ανάγκη γραμμικά με την πρώτη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το «φούσκωμα» των ήδη αξιοθαύμαστων τεχνολογικά επιτεύγματων στο δημόσιο διάλογο, στη διαμόρφωση αντίστοιχων «φουσκωμένων» εταιρικών στρατηγικών, εκστρατειών προώθησης και μάρκετινγκ, κάτι που μέσα στη σφαίρα των social media και του διαδικτύου «φουσκώνει» ακόμα περισσότερο τις προσδοκίες και άρα αυξάνει ακόμα περισσότερο το ρίσκο του να μην συμβαδίζει η εφαρμογή που κάνουν οι άνθρωποι με την ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Έπειτα, οι πολιτικοί ηγέτες και τα άτομα σε θέσεις λήψης αποφάσεων που επηρεάζουν μεγαλύτερους πληθυσμούς δείχνουν μία αδιαμφισβήτητη αδυναμία κατανόησης των υπό εξέλιξη αλλαγών και άρα των συνεπειών τους στη σφαίρα της πολιτικής και της οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας. Η αλήθεια είναι πως ο σχεδιασμός πολιτικής υπό τους γρήγορους ρυθμούς αλληλεπίδρασης των social media, όχι μόνο δε βοηθά στην ικανότητα ανάλυσης και αντίληψης της γενικότερης εικόνας, αλλά εντείνει το παραδοσιακό ελάττωμα των πολιτικών να εργάζονται με μικρούς χρονικά — και άρα στενούς πνευματικά — ορίζοντες. Γιατί άραγε να ενδιαφέρει τον πολιτικό, του οποίου η θητεία λήγει σε 5–10 χρόνια, ενώ η επόμενη κρίνεται με βάση τα πεπραγμένα των προηγούμενων 6–12 μηνών, τι θα σημαίνουν οι σημερινές τεχνολογικές εξελίξεις για τους μελλοντικούς αποφοίτους σχολείων που σήμερα δεν είναι καν ψηφοφόροι του και αύριο δεν θα θυμούνται καν το έργο του; Αντιπαράδειγμα αποτελεί σταθερά ο χώρος της Γερμανίας και των αξιοθαύμαστων πρωτοβουλιών που λαμβάνουν τα συνδικάτα σε συνεργασία με τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τις ηγεσίες των εταιριών και κυρίως της βιομηχανίας. Η Ελλάδα δεν έχει βρει το δικό της μοτίβο και βηματισμό δυστυχώς…

Αναφερόμενοι λοιπόν στα περί «απώλειας της ελευθερίας», αξίζει να κάνουμε ειδική αναφορά στη λεγόμενη «οικονομία διαμοιρασμού». Η αναδυόμενη Sharing Economy, όπου «η μεγαλύτερη εταιρία τουριστικών καταλυμμάτων δεν έχει κανένα κατάλυμμα στην ιδιοκτησία της (πρόκειται για το AirBnb)», ή το παρόμοιο μοντέλο που αναδύεται στην αυτοκίνηση με εταιρίες τύπου Car2Go, κλπ., όπου ο χρήστης «νοικιάζει» το μέσο μεταφοράς, χωρίς να το κατέχει, αναδύεται σαν το προσφιλέστερο μοντέλο κατανάλωσης της νέας γενιάς καταναλωτών, ταξιδιωτών, επιχειρηματικότητας. Η φιλοσοφία στην οποία όλα αυτά εδράζονται είναι ότι ο καταναλωτής στο τέλος της ημέρας ενδιαφέρεται για την αποτελεσματικότερη ικανοποίηση της ανάγκης του και όχι το αν θα κατέχει το σπίτι, τη μηχανή, το αυτοκίνητο, κλπ. Αλλά το αν θα μπορεί να διαμένει και να μετακινείται. Η τελειοποίηση δε, επέρχεται με τη δυνατότητα που δίνουν τα νέα τεχνολογικά μέσα ώστε όλα τα προϊόντα και υπηρεσίες να είναι κομμένα και ραμμένα στις προσωπικές ανάγκες και προτιμήσεις του κάθε καταναλωτή. Πώς γίνεται αυτό; Σαν αποτέλεσμα ανάλυσης των τεράστιου όγκου δεδομένων που οικειοθελώς μοιράζουμε ως χρήστες των κινητών εφαρμογών, στα social media, στις κοινοποιήσεις επισκέψεών μας σε διάφορες τοποθεσίες, κλπ. Το ερώτημα όμως κατά πόσο μας ενδιαφέρει ο τελικός σκοπός της κατανάλωσης και όχι αυτός της επιθυμίας αυτής καθεαυτής δεν έχει απαντηθεί, ίσα ίσα σύντομα θα αρχίσει να τίθεται. Πίσω από αυτή την παραδοχή που φαίνεται να κάνουν όλες οι σύγχρονες στρατηγικές των εταιριών τεχνολογίας, παραγωγής προϊόντων, κλπ., βρίσκεται η ερμηνεία των ανθρώπινων επιθυμιών ως επιθυμίες για κατανάλωση και μόνο καθώς και η υπερ-δυνατότητα αυτές οι επιθυμίες να προσδιοριστούν επακριβώς και επαρκώς.

Σε αυτή τη συζήτηση γύρω από την “Sharing Economy” ειδική σημασία αποκτά η έννοια της ιδιοκτησίας, υπό την έννοια ενός παράγοντα καθοριστικού για τη χειραφέτηση και την ελευθερία του ανθρώπου ανά την ιστορία και ανά την μακραίωνη εξέλιξη των κοινωνιών μας. Παρατηρούμε λοιπόν ότι στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης βλέπουμε να περιορίζεται η ατομική ιδιοκτησία — κινητή και ακίνητη — των ανθρώπων, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μπορεί να τίθεται εν αμφιβόλλω και η ελευθερία μας. Ωστόσο, κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι επιλογές πολλαπλασιάζονται, ωστόσο αν σε βάθος χρόνου εμείς δεν έχουμε ρόλο στη δημιουργία αυτών των επιλογών, στο τέλος αυτές θα επιβάλλονται και σε επόμενο χρόνο θα τις στερηθούμε.

Το αίτημα λοιπόν προσανατολίζεται στο να είμαστε όχι μόνο καταναλωτές αλλά και δημιουργοί. Να έχουμε λόγο στο πώς διαμορφώνονται τα νέα τεχνολογικά μέσα, αφού φυσικά έχουμε θελήσει και καταφέρει να τα κατανοήσουμε. Υπάρχει μπροστά μας ένα ολόκληρο πεδίο ανεξερεύνητων παραγόντων της επιστήμης, της γνώσης και της τεχνολογίας, και θα πρέπει να είμαστε σε θέση — συλλογικά — να αφομοιώσουμε τη φύση και την έκτασή του, και να διαδραματίσουμε ρόλο στο πώς τα επιτεύγματά του διαμοιράζονται στις κοινωνίες μας, στο πώς ενσωματώνονται στις οικονομίες μας, στο πώς λειτουργούν προς όφελός μας και τελικά ποιο είναι αυτό το όφελός μας στη νέα πραγματικότητα.

Σε συνδυασμό με τον ορυμαγδό διακίνησης δεδομένων που η νέα πραγματικότητα επιβάλλει σε άτομα, εταιρίες, κρατικές οντότητες, κλπ., η δυνατότητα διατήρησης μίας ιδιωτικής σφαίρας φαντάζει όλο και πιο δύσκολη. Τι κι αν συναινείς ως χρήστης στους «όρους και προϋποθέσεις» χρήσης των social media, αμφιβάλλει κανείς αν είναι βιώσιμος αυτός ο βομβαρδισμός διαφημίσεων με όλο και πιο εξελιγμένους αλγορίθμους να προσαρμόζουν τα μηνύματα στις προτιμήσεις σου, και αν ακόμα τα άτομα θα είναι σε θέση να διαχειριστούν αποτελεσματικά τους «ψηφιακούς» τους εαυτούς για πολύ ακόμα. Ή το ότι τα μέλη μίας οικογένειας συμφωνεί με τους όρους χρήσης ενός συστήματος «έξυπνης θέρμανσης» και επιτρέπει στο σύστημα να αναγνωρίζει πότε είναι κάποιος στο σπίτι, δε σημαίνει ότι οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να επιτρέψουν στο σύστημα να γνωρίζει και να μεταδώσει πόσα άτομα είναι στην οικογένεια και πότε αυτά είναι στο σπίτι. Το τι είδους δεδομένα δίνω, ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά και τι μπορεί να κάνει με αυτά, όσο προφανή ζητήματα κι αν ακούγονται, εν τούτοις δεν έχουν επιλυθεί ακόμα συλλογικά στις νομοθεσίες, τους κανονισμούς, κλπ. Παρόμοια ζητήματα ανακύπτουν και με τις ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές. Η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διευθέτηση των εν λόγω ζητημάτων με την αναμενόμενη νομοθεσία GDPR την ερχόμενη Άνοιξη, κρίνεται εν πολλοίς θετική ως προς τα ζητούμενα, ωστόσο αδιαμφισβήτητα οι επηρεαζόμενες εταιρίες δεν είναι καθόλου έτοιμες για να προσαρμόσουν τη λειτουργία τους στις απαιτήσεις της. Οι πολιτικοί και οι άνθρωποι σε θέσεις λήψης αποφάσεων και διαμόρφωσης πολιτικών, όπως και οι επιχειρηματίες και τα στελέχη επιχειρήσεων, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχουν κατά νου ότι οι δομές και τα συστήματα υπό διαμόρφωση θα πρέπει να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία, προκειμένου να διαφυλάσσεται το αγαθό της ελευθερίας, φυσικά σε αδιαμφισβήτητο πλαίσιο ασφάλειας.

Πού θα πρέπει να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας και τι θα πρέπει να κάνουμε;

Πρώτον, θα πρέπει να σχεδιάσουμε συστήματα που εξασφαλίζουν ότι κανένας δεν θα μένει πίσω, κανένας δεν θα νιώθει μόνος και αβοήθητος. Σε αυτά πετυχαίνουν οι δυτικοευρωπαϊκές και σκανδιναβικές χώρες, με προεξάρχουσα τη Γερμανία της Ατζέντας 2010, της αχανούς εξαγωγικής βιομηχανίας και την έμφαση στην τεχνική και πρακτική εκπαίδευση των νέων. Να αναφέρω χαρακτηριστικά ένα παράδειγμα ενός μεγάλου Γερμανικού συνδικάτου βαρειάς βιομηχανίας, του IG Metall, σε ομιλία του οποίου έτυχε να βρεθώ πρόσφατα: το συνδικάτο είναι σε στενή συνεργασία με τις κυβερνήσεις, τα πανεπιστήμια, τις διοικήσεις επιχειρήσεων προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η τωρινοί και οι μελλοντικοί εργαζόμενοι της βιομηχανίας (οι τωρινοί φοιτητές) όχι μόνο θα έχουν εργασιακά δικαιώματα στην επερχόμενη εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης αλλά και το ότι θα έχουν τις κατάλληλες δεξιότητες να διαχειριστούν την υψηλή τεχνολογία, να διατηρήσουν και να αναδείξουν την εθνική τους παραγωγική βάση, κά.

Δεν ανήκω σε αυτούς που μεμψιμοιρούν περί εθνικών ιδιαιτεροτήτων (άλλωστε η ιστορία βρίθει αντιπαραδειγμάτων χωρών και εθνών που τα κατάφεραν στην υπέρβαση πολλών κακών στερεοτύπων τους) και θεωρώ πως και η χώρα και η κοινωνία μας στην Ελλάδα έχει τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν εποικοδομητικά.

Για παράδειγμα, η Ελλάδα ευτυχώς, λόγω μικρών μεγεθών και έντονων παραδοσιακών στοιχείων, εξοπλίζει τα άτομα και τις κοινωνίες μας με στενούς δεσμούς και συνεκτικότητα, με ιδιαίτερα έντονες αναφορές στον κοινό τόπο και τα κοινά στοιχεία της κουλτούρας, μίας κουλτούρας εν πολλοίς ανοιχτής και φιλόξενης σε άλλες επιρροές και ιδέες. Στα αδιαμφισβήτητα θετικά της ελληνικής κοινωνίας συγκαταλέγεται το έντονο αίσθημα του ανήκειν, παρ’όλο που απουσιάζει τραγικά το αίσθημα της ατομικής ευθύνης απέναντι στο σύνολο, του ελέγχου της εξουσίας και άρα της λογοδοσίας αυτής στους πολίτες. Συνεπώς, κάθε πρωτοβουλία που θα φέρει την πολιτική εξουσία και την οικονομική διαχείριση πιο κοντά στον πολίτη που τον αφορά θα πρέπει να ενθαρρύνεται — βλ. αποκέντρωση εξουσιών, ρόλος τοπικής αυτοδιοίκησης, σωματείων, συλλόγων, κλπ. Είναι μόνο μερικές σκέψεις γύρω από το πώς συντασσόμαστε απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις όπως αυτές διαμορφώνονται στον κόσμο της τεχνολογίας.

O επιχειρηματικός κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μία σειρά δοκιμασιών στις οποίες θα πρέπει να ανταποκριθεί όχι μόνο με την επαρκή μεν, παθητική δε πρόσληψη των νέων μέσων και αλλαγών, αλλά και την ενεργητική διαμόρφωση αυτών. Οι ευκαιρίες πάνε μαζί με τις απειλές και η ικανότητα ανάλυσης μαζί με τη δυνατότητα ευελιξίας όχι μόνο δεν έβλαψαν ποτέ αλλά αποδεικνύονται πρωταρχικής σημασίας εφόδια για την ανταπόκριση στις νέες δοκιμασίες. Και αυτό ισχύει και για τις εστίες από τις οποίες εκπορεύονται οι εν λόγω αλλαγές. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα εταιριών και στελεχών που είδαν τη δουλειά τους να απαξιώνεται από τα αποτελέσματα της ίδιας τους της δουλειάς, ή καλύτερα από την αδυναμία τους να κατανοήσουν τα μετα-αποτελέσματα της δουλειάς τους, με την ευρύτερη έννοια.

Η πολιτική τάξη πρέπει να αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι τελεί εν πολλοίς υπό το σύνδρομο της Μαρίας Αντουανέτας, με την έννοια ότι η αποτυχία ανταπόκρισης στα πρωταρχικά αιτήματα συγκρότησης των κοινωνιών κοστίζει σε βήματα οπισθοδρόμησης — η ασφάλεια και ο ρόλος της κοινότητας, η ελευθερία και η εθνική κυριαρχία είναι ζητήματα ανοιχτά και καθόλου ξεπερασμένα. Και αυτά τα ζητήματα πρέπει να ειδωθούν υπό το πρίσμα των σαρωτικών τεχνολογικών αλλαγών, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν, να τεθούν σε ανοιχτό διάλογο χωρίς προκαταλήψεις και ταμπού.

Η τεχνολογία της επικοινωνίας για κάποιο περίεργο λόγο δίνει την ψευδαίσθηση σε μερικούς ότι προβλήματα δεν υπάρχουν και σε άλλους ότι τα προβλήματα δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Η αλήθεια είναι πως προβλήματα υπάρχουν, όπως υπάρχουν και οι λύσεις αυτών. Ο δρόμος προς την ανεύρεση λύσεων ακούγεται κοινότοπος, ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί το εξής: τίποτα δεν έχει κριθεί και πράγματι οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες είναι πολλές.

Καταλήγοντας σε όλα τα παραπάνω, οι πολίτες των χωρών Ευρώπης, που θέλουμε να πρωταγωνιστήσει η ήπειρός μας στην τεχνολογική επανάσταση προς όφελος των αξιών μας, και εμείς ως Έλληνες, που προσπαθούμε να ωθήσουμε τη χώρα μας έξω από την εθνική μιζέρια και προς ένα νέο παραγωγικό μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης, πρέπει και θέλουμε να έχουμε λόγο στη διαμόρφωση των τεχνολογικών εξελίξεων. Η βαθύτερη κατανόηση της τεχνολογίας και της επιστήμης, η λήψη αποφάσεων πάνω στο πώς και το γιατί της χρήσης των νέων τεχνολογικών μέσων, η δημιουργία και ο ορισμός ακόμα των νέων δυνατοτήτων, είναι κρίσιμα ζητήματα που θα πρέπει να περάσουν από την κρίση και τα χέρια μας.