«Δε θέλω μωρή ελεγείες! Σας έπιασε όλους ο πόνος τώρα και καταλάβατε την αξία μου… Ού!»

Τη δεύτερη φορά που πήγα στο σπίτι της Λίζας είχαν περάσει καμιά δεκαπενταριά μέρες απο την κηδεία. Έβρεχε, κι ενώ ήθελα να της φέρω κάτι, υπολόγισα οτι θα αργούσα, όπως και έγινε, και στο δρόμο σκεφτόμουν τί θα μπορούσα να της φέρω που δεν έχει ή θα την έκανε έστω και λίγο να νιώσει καλύτερα ή κάτι που να έχει τέλος πάντων ανάγκη. Όσο ανέβαινα την Ιπποκράτους κατάλαβα ότι αυτό που έχει ανάγκη, ή μαλλον αυτός, ήταν σε ένα απροσδιόριστο και δυσνόητο «κάπου αλλού» και πως όλες μου οι καλές προθέσεις δεν έφταναν για να σχηματίσουν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, και κάπως έτσι ένιωσα λίγο σκουπίδι στη μέση του σύμπαντος και η απουσία του Κούλη σχεδόν βούιζε μες το κεφάλι μου. Δεν ήξερα για τί να πρωτοκλάψω, οπότε το ανέβαλα για τα επόμενα βράδια του Γενάρη, γιατί σε αντίθεση με εκείνον εγώ έχω όλο το χρόνο του κόσμου, κατάπια τον κόμπο στο λαιμό μου και χτύπησα το κουδούνι.

Η Λίζα είναι η προσωποποίηση αυτού που οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το ενοχλητικό κλισέ «ήρεμη δύναμη» για να το περιγράψουν, αλλά το συγκεκριμένο κλισέ εδώ ταιριάζει γάντι. Συγκροτημένη μέσα στα σκατά της απώλειας, δυνατή και ψύχραιμη, όμορφη και χλωμή σαν πίνακας της Αναγέννησης, ντυμένη στα μαύρα, στη μέση ενός σπιτού με ολα τα χρώματα της ίριδας, έτσι, για την ειρωνεία της υπόθεσης. Την κοιτάζω καθώς πίνουμε τσάι και σκέφτομαι ότι κατα κάποιο τρόπο μας άφησε τη μία στην άλλη.

Ένας φίλος του Κούλη της είχε μόλις δώσει σκαναρισμένες φωτογραφίες από τα παιδικά τους χρόνια και η μια ειναι καλύτερη από την άλλη, σαν στιγμιότυπα από κάποια ταινία: στο Αίγιο, γυμνασιόπαιδα με καρό πουκάμισα μέσα σε δωμάτια με τοίχους ασφυκτικά πνιγμένους απο αφίσες Metallica και Iron Maiden, διαολάκια τις Απόκριες με φάτσες βαμμένες κόκκινες να χαμογελούν μέχρι τ’αυτιά, δεκαοχτάρηδες strapping young lads με μπύρες και τσιγάρα για αξεσουάρ, φεστιβάλ Rockwave στην Αθήνα, μετά η δεκαετία των είκοσι, όπως τον γνώρισα κι εγώ, κανονικό χτικιο με φράντζα που θα ζήλευαν πολλοί Βρετανοί τραγουδιστές στα 90s, κάποιες εκδρομές και σπάνια στιγμιότυπα στην παραλία, πιο λευκός κι από την άμμο, σχεδόν διάφανος, μόνιμα με το χαρακτηριστικό μειδιαμα και ενίοτε το αναγκαίο κωλοδάχτυλο προς τον φακό.

Τις χαζεύουμε μαζί όπως περνούν στην οθόνη του υπολογιστή και ξεχωρίζει μια, λίγο ταλαιπωρημένη, τραβηγμένη το 1994: ο Κούλης λιγνό παιδάκι ούτε πρώτης γυμνασιου, αγκαλιά με το φίλο του, να χάνεται σχεδόν μες το μαύρο φουτερ Iron Maiden, πεταχτά αυτιά, δυο μαλμπορο στο στόμα, ένα απο τα αριστερά, ένα δεξιά να κρέμονται ενώ γελάει στην κάμερα. Μοιάζει ευτυχισμενος με τον ατόφιο τρόπο που είσαι ευτυχισμένος όταν είσαι πιτσιρίκι. Έτσι όπως γελαει, λάμπει ολόκληρος από μόνος του, όπως έλαμπε πάντα. Ένας μικρός αξιαγάπητος τσογλανάκος. Ο φίλος μου.

Καμιά φορά θα ήθελα να πιστεύω στο θεό για να έχω την ελπίδα οτι η ουσία μας δε χάνεται και οτι ο παππούς μου και ο Κούλης και ενδεχομένως και όσοι έχασα η θα ζήσω για να δω να φεύγουν είναι σε αυτό το απροσδιόριστο «κάπου αλλού». Δυστυχώς ή ευτυχώς, κανένας από τους τρεις μας δεν πίστευε στο Θεό, οπότε δεν ξέρω αν πιάνουν οι ευχές στους άπιστους.

Στο American Beauty, o Λέστερ ισχυρίζεται οτι η στιγμή που πέθανε, δεν κράτησε μια στιγμή αλλά απλώθηκε στο χρόνο για πάντα και μεταμορφώθηκε σε μια ατέλειωτη σεκάνς απο αγαπημένες στιγμές της ζωής του. Δεν ξέρω αν ισχύει. Δεν πιστεύω οτι ισχύει περισσότερο η λιγότερο από το ενδεχόμενο να υπάρχει ένας τόπος αναψύξεως χλοερός και σκιερός ή μετενσάρκωση σε σκαθάρι ή εντέλει τίποτα, να τελειώνει το παιχνίδι και αυτό να είναι όλο.

Αν όντως ισχύει, θα ήταν αληθινά παρήγορο. Και θα ήθελα να ισχύει, για να ξέρω ότι όπου κι αν είναι, βλέπει τη θέα απ’ το Μουζάκι, όταν αρχίζουν να λιώνουν τα χιόνια. Τη γιαγιά του στην πόρτα να τον περιμένει τα καλοκαίρια. Την πρώτη φορά που άνοιξε το παράθυρο απο κάθε σπιτι που έμεινε ποτέ. Την πρώτη φορά που έπιασε στα χέρια του τυπωμένη την Amoeba. Να ανοίγει ένα καινούριο κόμικ. Τον καπνό που φυσάει προς τα πάνω και τον ουρανό της Αθήνας καθώς κατεβαίνει την Πανεπιστημίου. Τη Μαίρη. Τους γονείς του.

Και τη Λίζα.

Τη Λίζα, και χρώματα.

Όλα τα χρώματα από τα θολά φώτα που είδε από τις άκρες αυτής της πόλης. Ολα τα χρώματα που έβαλε ποτέ στο χαρτί, να στροβιλίζονται

για πάντα.

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.