Να υπάρχει όριο στη θητεία ενός βουλευτή;

πηγή: star.gr

Υπάρχουν δύο δρόμοι: Από τη μια να παραδεχτείς ότι οι προτάσεις του κυβερνητικού κόμματος για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι μια συρραφή προχειρότητας και πολιτικής σκοπιμότητας και να μην ασχοληθείς και από την άλλη να μπεις στον κόπο να προβληματιστείς πάνω σε ορισμένα ζητήματα που τέθηκαν, έστω και επιδερμικά, όπως επί παραδείγματι το εάν πρέπει ή όχι να υπάρχει ορισμένο από το σύνταγμα όριο στις θητείες ενός βουλευτή.

Προσωπικά διαλέγω τον δεύτερο για έναν πολύ απλό λόγο, έστω και ιδιοτελή. Ο Τσίπρας, έστω και με την πομφόλυγα της συνταγματικής αναθεώρησης, δίνει την ευκαιρία σε όλους να τοποθετηθούν για τη θεσμική αρχιτεκτονική της χώρας, πεδίο πιστεύω προνομιακό για τον χώρο που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως “προοδευτικός”. Είναι γνωστό ότι σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονται αξιολογότατα μυαλά και βιογραφικά, που έχουν την αγωνία και το μεράκι να καταθέσουν προτάσεις για το αύριο του πολιτεύματός μας. Εξάλλου, εφόσον διατυπωθούν αυτές οι προτάσεις, μπορούν να αποτελέσουν μια “προίκα” για μελλοντική αξιοποίηση ή ένα πρόγραμμα γύρω από το οποίο μπορούν να προκύψουν συσπειρώσεις και συναινέσεις.

Χωρίς να θέλω να εντάξω τον εαυτό μου στην κατηγορία “αξιολογότατα μυαλά και βιογραφικά”, καταθέτω απλά έναν προβληματισμό αναφορικά με το εάν συνάδει με τον κοινοβουλευτισμό η κατοχύρωση ορισμένου ορίου θητειών στο βουλευτικό αξίωμα, είτε ως προς ανώτατο όριο θητειών, είτε ετών συνεχόμενης παραμονής. Προτού παρουσιάσω τον προβληματισμό, ήδη από τι στιγμή που βγήκε στη δημοσιότητα η πρόταση, έχουν εκφραστεί αρκετές ενστάσεις από διαμορφωτές κοινής γνώμης στα social media αλλά και από πολιτικούς. Ενδεικτικά παραθέτω την άποψη του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ και Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος αναφέρει σε άρθρο του ότι “ Το αντιπροσωπευτικό δημοκρατικό σύστημα υπονομεύεται και με τις προτάσεις για όριο στη θητεία των βουλευτών που δεν προβλέπεται σε κανένα θεσμικά αναπτυγμένο σύστημα. Άλλο το όριο στις θητείες του ΠτΔ και άλλο η ανάγκη να υπάρχει και έμπειρο και ανανεωμένο πολιτικό προσωπικό. Ας σκεφτούμε όμως: το όριο θα αφορά και τους έλληνες ευρωβουλευτές χωρίς να ισχύουν ενιαίοι ευρωπαϊκοί κανόνες; Αν θεωρηθεί ότι το όριο αντιβαίνει στην ΕΣΔΑ και τις κοινές ευρωπαϊκές κοινοβουλευτικές παραδόσεις που εκφράζει το Συμβούλιο της Ευρώπης; Η απάντηση είναι ότι παρόμοιες προτάσεις συγκινούν την κοινή γνώμη. Αν η κυβέρνηση πρότεινε κατάργηση των βουλευτών και πάλι μπορεί να υπήρχε δυστυχώς ένα τμήμα της κοινής γνώμης έτοιμο να χαρεί”. (ολόκληρο το άρθρο εδώ)

Στο ίδιο μήκος κύματος γράφει και σε σημερινό του άρθρο στο liberal.gr ο Πρόεδρος της Δράσης Θόδωρος Σκυλακάκης, ο οποίος αναφέρει με τη σειρά του τα εξής: “ Τα παραδείγματα του θεάτρου του παραλόγου της «πρότασης» Τσίπρα είναι αναρίθμητα. Στην πράξη, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των τεράστιων περιφερειών, η πρόταση του διαλύει τα κοινοβουλευτικά κόμματα[1], που με το ρυθμό αυτό εναλλαγής χάνουν οποιαδήποτε εσωτερική συνοχή και γίνονται έρμαια των όποιων μιντιαρχών αγοράσουν (κάποιοι με αγνώστου προελεύσεως χρήματα), τις λιγοστές άδειες του κ. Παπά και μετατρέπει το κοινοβούλιο σε πασαρέλα για περαστικές τηλεπερσόνες ή υπαλλήλους των ισχυρών των ΜΜΕ. Οι πολίτες θα μπορούν να διαλέγουν όποιους πολιτικούς «θέλουν», εκτός από τους επιτυχημένους. Αυτοί αποκλείονται” (ολόκληρο το άρθρο εδώ)

Οι παραπάνω ενστάσεις είναι εύλογες και μπορεί κανείς να πει ότι σε μεγάλο βαθμό έχουν βάση. Προτού όμως πραγματευθούν ειδικότερα, αξίζει να δούμε από που προέκυψε η αναγκαιότητα περιορισμού του χρόνου παραμονής στο βουλευτικό αξίωμα. Πολύ απλά προέκυψε από την εικόνα πολλών πολιτευτών ανά τα χρόνια, που παραμένουν στο βουλευτικό αξίωμα για 10–20 ή 30 χρόνια. Αυτή η εικόνα έχει την εξής συνέπεια: Πρόσδεση του βουλευτή με την καρέκλα όχι μόνο για τη βουλευτική αποζημίωση, αλλά και για την επιρροή που ασκεί στον κρατικό μηχανισμό και στα “ρουσφέτια” πάσης φύσεως που εκείνος κάνει για να επανεκλεγεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο βουλευτής να καταλαμβάνεται αποκλειστικά από το άγχος της επανεκλογής, για την οποία μπορεί να κάνει τα πάντα. Εκτός αυτού, πρέπει να συνυπολογίσουμε και το ότι ο βουλευτής της κυβερνητικής πλειοψηφίας εν δυνάμει είναι και υπουργός ή υφυπουργός, επομένως η αγωνία του να φανεί αρεστός στην εκλογική του περιφέρεια αυξάνεται έτι περαιτέρω. Πέραν τούτου, υπάρχει κι ένα ακόμη, ανθρώπινο στοιχείο: Το να σαι βουλευτής στην Ελλάδα εξακολουθεί ακόμη να είναι “γκλάμουρ”. Χώρια των κάθε λογής ατελειών και μικροπολυτελειών, ένας βουλευτής αισθάνεται ότι είναι σημαντικός και επιθυμητός σε κανάλια, εφημερίδες και ραδιόφωνα. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις ένας βουλευτής δεν καταφέρει να επανεκλεγεί πέφτει σε “μετακοινοβουλευτική” κατάθλιψη, θεωρώντας λίγο υπερβολικά ότι η ζωή του τελείωσε.

Το ανθρώπινο, ενδιάθετο στοιχείο δεν μπορεί να αποτελέσει αποτελέσει αντικείμενο θεσμικού διαλόγου και πρόβλεψης, τα υπόλοιπα όμως ναι. Πρέπει με κάποιον μαγικό τρόπο να καταπολεμηθεί η κύρια παθογένεια, που είναι ο πελατειασμός. Και ο πελατειασμός μπορεί να επιβιώσει είτε με 8 χρόνια θητεία, είτε με 38, για έναν πολύ απλό λόγο: λόγω του σταυρού προτίμησης. Από τη στιγμή που υπάρχει ο σταυρός προτίμησης και οι εκλογικές περιφέρειες μένουν ανέπαφες, ο υποψήφιος βουλευτής θα πρέπει να ακολουθήσει τη πεπατημένη, τουλάχιστον για να εκλεγεί την πρώτη φορά. Ενδέχεται στη δεύτερη πλήρη θητεία ή στα τελευταία χρόνια του κοινοβουλευτικού του βίου, απαλλαγμένος από το άγχος της επανεκλογής, να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο να αφήσει πίσω του μια παρακαταθήκη. Αλλά και πάλι δεν επιλύεται το πρόβλημα, αφού πίσω απ’ αυτόν θα υπάρχει μια “επετηρίδα” υποψήφιων βουλευτών του νομού, που θα θέλουν για μια φορά “να κάνουν το κομμάτι τους” και υποσχόμενοι τα πάντα στους πάντες να εκλεγούν βουλευτές.

Και πάνω σ’ αυτό ανακύπτει και κάτι ακόμη: Η αίσθηση του “προσωρινού” μπορεί να ενισχύσει τους πολιτικά διάττοντες αστέρες, πολιτευτές δηλαδή που ως μικροί Τραμπ θα εμφανίζονται στις τοπικές κοινωνίες και θα κυνηγούν σταυρούς με τα πλέον αθέμιτα μέσα και συνθήματα, μόνο και μόνο για να νιώσουν την χαρά να εκλεγούν βουλευτές, έστω και για μια φορά. Ενδέχεται με άλλα λόγια το ορισμένο των θητειών να ενισχύσει τα φαινόμενα πολιτικού τυχοδιωκτισμού, ο οποίος όμως καθόλου δεν εκλείπει και σήμερα. Μπορεί να μην έχει θεσπιστεί κανένα όριο στην κοινοβουλευτική θητεία, αλλά από το 2012 και έπειτα έχει θα λέγαμε άτυπα το επάγγελμα του βουλευτή, λόγω κυρίως της αντιμνημονιακής υστερίας που κατέλαβε το εκλογικό σώμα και η οποία γκρέμισε κραταιά κόμματα, μηχανισμούς και πολιτικά τζάκια, δίνοντας την ευκαιρία σε δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες συμπολίτες μας να εκλεγούν βουλευτές.

Μήπως λοιπόν η κατοχύρωση ορισμένου ορίου κοινοβουλευτικών θητειών δεν λύνει ουσιαστικά το πρόβλημα; Μόνη της ναι, δεν πρόκειται να λύσει κάτι. Αλλά σε συνδυασμό με την κατάργηση του σταυρού προτίμησης και την καθιέρωση της μονοεδρικής περιφέρειας έχει νόημα, υπό την μορφή όμως της περιοδικής ανανέωσης του κοινοβουλίου κατά 1/3 π.χ. υπό την μορφή των ενδιάμεσων εκλογών. Αυτό συμβαίνει στις Η.Π.Α. και το Ηνωμένο Βασίλειο. Υπάρχει σταθερός εκλογικός κύκλος, μονοεδρικές περιφέρειες και ενδιάμεσες εκλογές. Αυτό το τρίπτυχο αν μεταφερόταν στην Ελλάδα, τότε θα μπορούσαμε στα σοβαρά να συζητήσουμε την κατοχύρωση ορισμένου αριθμού κοινοβουλευτικών θητειών ή ετών παραμονής στο βουλευτικό αξίωμα, για παράδειγμα σ’ ένα μεικτό εκλογικό σύστημα όριο να υπάρχει για τους βουλευτές των μονοεδρικών περιφερειών και όχι των ευρείων ή ο χρόνος θητείας στις μονοεδρικές να μην προσμετράται στην ευρεία κοκ. Επιπλέον, το ασυμβίβαστο βουλευτικού-υπουργικού αξιώματος θα έθετε περισσότερες διασφαλίσεις έναντι αυτού που θέλουμε να θεραπεύσουμε κι αυτό είναι ο πελατειασμός και όχι η εικόνα του “ανεπάγγελτου βουλευτή που δεν έχει δουλέψει ούτε μια μέρα στη ζωή του”.

Καταληκτικά, η συζήτηση περί κατοχύρωσης ορίου κοινοβουλευτικών θητειών μόλις τώρα ξεκίνησε, απλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας το πρόβλημα και τον θεσμικό τρόπο που πρέπει να βρούμε για να το επιλύσουμε, όχι την ατομική επιλογή εκάστου πολιτευτή, που κρίνεται με όρους κοινωνικής μηχανικής και μνησικακίας.