Ας μιλήσουμε για ψευδείς ειδήσεις…

Εμπιστέψου με, ψεύδομαι — Ο αποδεκατισμός των ΜΜΕ

Επειδή υπάρχει πολύ υλικό γύρω από το θέμα, σκεφτόμουν να μην ασχοληθώ καθόλου καθώς ένα ακόμη κείμενο στο συγκεκριμένο θέμα δεν έχει να προσφέρει πολλά. Όμως αυτές τις μέρες είμαι καθηλωμένος στο πληκτρολόγιο, σκέφτηκα “γιατί όχι”; Οπότε…

Στο κείμενο θα αναλυθούν οι επιδράσεις του διαδικτύου στον τρόπο που λειτουργούν τα παραδοσιακά ΜΜΕ, μία πτυχή που δεν έχει το μερίδιο της προσοχής που της αξίζει. Το περιεχόμενο θα σπάσει σε δύο ή τρία μέρη με το πρώτο να αναφέρεται στον αποδεκατισμό των ΜΜΕ και τις συνέπειες που αυτό έχει στην διάδοση ειδήσεων. Ο υπότιτλος αποτελεί αναφορά στο βιβλίο “Trust me I’m lying” ενός αγαπημένου μου συγγραφέα του Ryan Holiday. Θα επανέλθουμε στο βιβλίο σύντομα.

Ο κόσμος τότε

Θα αναφερθώ σε δυο τεκτονικές αλλαγές που το Internet έχει επιφέρει στην σύγχρονη δημοσιογραφία. Τον παλιό καλό — πριν το Internet πιάσει — καιρό οι εφημερίδες, τα περιοδικά, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και γενικά τα “μέσα” διέθεταν έναν αριθμό από ανθρώπους που ο ρόλος τους είχε να κάνει με την συλλογή, κατανόηση και διασταύρωση του όποιου υλικού. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον χώρο της μόδας για τον οποίο δεν γνωρίζω τίποτε πέρα του ότι είναι σχετικά ουδέτερος (την πολιτική πόλωση την κράτησα για τις επόμενες ενότητες) αλλά κυρίως γιατί είναι ο χώρος στον οποίο δραστηριοποιήθηκε ο Ryan Holiday στο σχετικό του βιβλίο.

Για τις ανάγκες του παρόντος σκεφτείτε ένα δημοσιογράφο υπεύθυνο για θέματα μόδας σε μια από τις πολύ μεγάλες εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών, ας πούμε την Νιου Υόρκ Τάιμς, την Ουάσινγκτον Ποστ ή κάποια αντίστοιχη. Ο άνθρωπος αυτός είχε “τότε” υπό την επίβλεψη του μερικούς βοηθούς: ίσως έναν, δύο, αλλά κάποιες φορές περισσότερους, των οποίων η δουλεία θα ήταν να πηγαίνουν σε εκθέσεις που ο “αρχηγός” δεν μπορούσε/προλάβαινε/ήθελε, να παρακολουθούν συγκεκριμένες τάσεις, να επισκέπτονται καταστήματα, να παίρνουν συνεντεύξεις από σχεδιαστές, άλλα και να διαβάζουν περιοδικά, άλλες εφημερίδες για ιδέες είτε από την ίδια χώρα/πολιτεία είτε από άλλες. Ο υπεύθυνος για την μόδα, την μουσική ή κάποιον άλλο τομέα είχε περισσότερο επιτελικό ρόλο στα μεγάλα μέσα ή/και συμμετείχε ο ίδιος στην διαδικασία παραγωγής περιεχομένου και ειδήσεων. Σε πιο μικρά μέσα, για παράδειγμα μια μικρή εφημερίδα ο ρόλος του υπεύθυνου για κάποιο συγκεκριμένο τομέα, στο παράδειγμα μας η μόδα, περιελάμβανε λίγο από όλα τα παραπάνω καθώς ήταν περιορισμένος στο να καλύπτει τις εξελίξεις σε τοπικό επίπεδο.

Το τελευταίο για το τοπικό επίπεδο το κρατάμε γιατί σιγά σιγά είχαμε τους “ειδικούς” σε κάθε χώρα/πόλη/κλπ οι οποίοι εκτός από την εγγύτητα είχαν σταδιακά και εμπειρία και κύρος. Ο υπεύθυνος μόδας στην Ουάσινγκτον Ποστ (ας τον πούμε Ντάγκλας) μάλλον θα διάβαζε για να μάθει το τι γίνεται στο Μιλάνο από κάποιες εφημερίδες του Μιλάνου, θα είχε μάθει σε κάποια φάση της ζωής του ιταλικά ή θα είχε κάποιον βοηθό που να ήξερε τη γλώσσα. Από όσους Ιταλούς αρθρογραφούσαν θα προτιμούσε κάποιον (ας τον πούμε Τζιοβάνι) ο οποίος θα κάλυπτε τον αντίστοιχο χώρο αρκετά χρόνια σε κάποιο περιοδικό ή εφημερίδα του Μιλάνου και θα είχε κάποιο κύρος. Επίσης ο Τζιοβάνι του παραδείγματος μας θα είχε και αυτός με την σειρά του 4–5 βοηθούς. Δεν θα ήταν σπάνιο ο Τζιοβάνι με τον Ντάγκλας να έχουν γνωριστεί, να έχουν μιλήσει μερικές φορές στο τηλέφωνο ή και να έχουν συναντηθεί μερικές φορές όταν ο ένας επισκέπτεται την πόλη του άλλου ή σε κάποια διεθνής έκθεση ή κάποιο άλλο διεθνές γεγονός του χώρου.

Δεν ήταν ρομαντική εποχή ούτε όλα λειτουργούσαν σωστά

Ουδείς αναμάρτητος εδώ και το σύστημα είχε πολλά κενά και προβλήματα. Αν ήθελες να κάνεις κάτι στο Μιλάνο, έπρεπε να συμφωνείς αισθητικά (και ίσως πολιτικά και ίσως σεξουαλικά) με τον Τζιοβάνι αλλιώς την “βούρτσισες”. Δεν ξέρω από μόδα και στυλ, αν δεν υπήρχε ο φίλος μου ο Σ. θα είχα πρόβλημα ένδυσης σε γάμους και βαφτίσια, αλλά έχω ζήσει δύο παραδείγματα βαρβάτα: Το πρώτο είναι το Χέβι Μέταλ στην Ελλάδα: Υπήρχαν πολλά περιοδικά και ραδιοφωνικοί σταθμοί που απλά “δεν το πήγαιναν”. Ο τάδε τζιτζιφιόγκος που είχε το αναλάβει τον καλλιτεχνικό τομέα, μπορούσε να ανεχθεί μέχρι Χαρντ Ροκ Σκόρπιονς ροκ-γιου-λάικ-α-χέρικαϊν στο “μαγαζί” του, επίσης Χιπ-χοπ, ραπ, “τι είναι αυτό; κάτι σαν Ημισκούμπρια;”. Όποιος δεν συμφωνούσε έπρεπε να απευθυνθεί είτε σε έντυπα ειδικού ενδιαφέροντος είτε σε φωτοτυπημένα φανζίν.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι τα κόμιξ στην Βρετανία: το ταξικό σύστημα δεν επέτρεπε τέτοια δεύτερης διαλογής αναγνώσματα στην άρχουσα τάξη με τίποτε και για τους αριστερούς ούτε στο προλεταριάτο μιας και του χαλούσαν τον εγκέφαλο — αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε εξαρτημένα αντανακλαστικά Ριζοσπάστη. Οπότε καθόμαστε στην γωνία και κάνουμε σαν να μην υπάρχει. Αυτό μέχρι να κάνει σεφτέ ένας Βρετανός στην Αμερική οπότε σαν καλοί σκλάβοι αλλάζουμε γνώμη. Αν θέλετε περισσότερα συνιστώ το “Future Shock! The Story of 2000AD”.

Διάγραμμα / Σύνοψη

Συνοψίζουμε με ένα διάγραμμα. Διαβάζω ένα βιβλίο του Νταν Ρόαμ, οπότε το σχέδιο έχει επηρεαστεί από τις φατσούλες που χρησιμοποιεί:

Στο διάγραμμα παραπάνω, ο κόσμος πριν από την έλευση των διαφημίσεων από την Google, το Facebook και άλλα αντίστοιχα μέσα στο διαδίκτυο. Το “χοντρό” βελάκι με τις δύο γραμμές συμβολίζει την ροή πληροφορίας μαζί με τον έλεγχο και την διασταύρωση μαζί με την λογοκρισία ή την απόρριψη με βάση τον προσανατολισμό του μέσου.

Τα χαμογελαστά κεφαλάκια συμβολίζουν τους εργαζόμενους ανά έντυπο με τον διευθυντή τους το κεφαλάκι από πάνω. Υπάρχει εδώ μια υπερβολική ανάλυση, ο λόγος για αυτό έχει να κάνει για λόγους σύγκρισης με το επόμενο διάγραμμα παρακάτω που αφορά το τι συμβαίνει σήμερα.

Ο κόσμος σήμερα

Ο κόσμος “τότε” είχε πολλά ελαττώματα από τα οποία μας έσωσε το διαδίκτυο. Σήμερα όποιος χρόνο μπορεί να βρει απευθείας κοινό να τον ακούσει/διαβάσει, όπως εσείς εμένα αυτή τη στιγμή. Η διαφημιστική πίτα έχει… μετακομίσει διαδικτυακά πριονίζοντας τα κέρδη των παραδοσιακών μέσων άρα και την δυνατότητα τους να προσλαμβάνουν και να διατηρούν προσωπικό. Επίσης ο τρόπος που παράγεται και διαδίδεται αυτό που λέμε “είδηση” έχει αλλάξει. Για τις ανάγκες του κειμένου θα παραμείνουμε στον χώρο του τύπου.

Οι περισσότερες εφημερίδες μαζί με τα άλλα παραδοσιακά μέσα έχουν κάποια παρουσία στο διαδίκτυο, συνήθως ένα σάϊτ. Εκεί που παλαιότερα για κάθε συγκεκριμένο θέμα διέθεταν μια ολόκληρη συντακτική ομάδα, τώρα έχουν συνήθως το πολύ έναν εργαζόμενο. Επειδή αυτός ο άνθρωπός απλά δεν μπορεί να κάνει την δουλεία που αναλογεί σε πέντε, περιορίζεται ουσιαστικά στο να παρακολουθεί και στη συνέχεια αποδίδει νέα ή όποιο άλλο περιεχόμενο από 4–5 “δυνατά” μπλογκς του χώρου του. Η ικανότητα ουσιαστικής παραγωγής περιεχομένου αυτού του εργαζόμενου συγκρινόμενου με αυτή του αντίστοιχου Ντάγκλας και Τζιοβάνι του πρόσφατου παρελθόντος είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Ας επιστρέψουμε στο βιβλίο του Ryan Holiday και στις εμπειρίες του: Ο εν λόγω συγγραφέας βρέθηκε σε μια νεαρή σχετικά ηλικία, περίπου 25, να οδηγεί το τμήμα μάρκετινγκ μιας ανερχόμενης τότε εταιρίας ρούχων, την Αμέρικαν Απάρελ. Οι διαθέσιμοι πόροι για διαφήμιση ήταν ελάχιστοι και σίγουρα αρκετές τάξεις μεγέθους μικρότεροι από αυτούς που διέθετε ο ανταγωνισμός. Για αυτό ο Ryan αναγκάστηκε να γίνει εφευρετικός, διορατικός, διαθέτοντας επίσης διάθεση αλλά και ελευθερία για να κινηθεί εκτός των συμβατικών κανόνων.

Επειδή ο Ryan δούλευε στο χώρο, μπόρεσε σχετικά γρήγορα να βρει πάνω κάτω από ποια μπλογκς αντέγραφε ο ειδικός για θέματα μόδας ας πούμε των Λος Άντζελες Τάιμς. Στην συνέχεια είδε ότι και αυτά τα μπλογκς είχαν με τη σειρά τους 4–5 πολύ μικρότερα από τα οποία ουσιαστικά αλίευαν περιεχόμενο. Ο λόγος για το παραπάνω έχει να κάνει με το ότι οι μπλόκερ σε αυτά, πλέον ζούσαν από το διαφημιστικό εισόδημα, επομένως δεν είχαν τον χρόνο να κάνουν ουσιαστικά κάτι παραγωγικό, οπότε αντί να διασταυρώνουν πηγές απλά κοίταζαν άλλα 4–5 μπλογκς για να δουν αν έγραψαν το ίδιο. Τα τερματικά 4–5 ήταν “αυθεντικά” με την έννοια ότι παρήγαγαν μεν υλικό, αλλά και ταυτόχρονα σε κάποιο βαθμό “ερασιτεχνικά” τόσο με την ελληνική έννοια, αγάπη προς το αντικείμενο, όσο και με την αρνητική αγγλοσαξονική ερμηνεία, δηλαδή πρόχειρα, χωρίς ιδιαίτερο κύρος.

Ο Ryan Holiday λοιπόν μέσω κάποιον ψεύτικων λογαριασμών η-μέιλ έστελνε “διαρροές” που ουσιαστικά ήταν πληροφορία κομμένη και ραμμένη έτσι ώστε να δελέαζε κάποια από τα “τερματικά” μπλογκς ή ειδησιογραφικά σαϊτ να την δημοσιεύσουν. Οι αποδέκτες ούτε καν κοιτάζανε αν το όνομα που τους τα έστελνε δούλευε εκεί (ας πούμε μέσω λίνκντ-ιν) ή οτιδήποτε άλλο. Απλά αναπαρήγαγαν το περιεχόμενο ως μια “εμπιστευτική” πληροφορία “από μέσα”.

Ένα παράδειγμα από τις πολλές ιστορίες που υπάρχουν σε αυτό το βιβλίο περιλάμβανε μια “διαρροή” η οποία ανέφερε πως τρέχουσα τότε διαφημιστική καμπάνια χρησιμοποιούσε ανήλικα μοντέλα ηλικίας κάτω των 18. Όταν 3–4 “τερματικά” μπλογκς “ψάρωσαν” και έγραψαν κάτι σχετικό, τότε η διαρροή/πληροφορία αυτή πέρασε με τη σειρά της σε δύο από τα μεσαία μλόγκς ως είδηση. Την επόμενη μέρα ο αντίστοιχος Ντάγκλας από κάποια μεγάλη εφημερίδα είχε αναφερθεί στο θέμα στηλιτεύοντας την εταιρία ρούχων, αφού είχε αναπαράξει αυτό που είχε διαβάσει σε δυο “σημαντικά” μπλογκς του χώρου, σίγουρος για την εγκυρότητα τους.

Αρνητική δημοσιότητα για μια εταιρία που σχεδόν δεν την ξέρει κανείς είναι συνήθως το ίδιο ωφέλιμη με θετική δημοσιότητα. Ο Ryan είχε προετοιμαστεί κατάλληλα οπότε έστελνε άμεσα διάψευση η οποία παρείχε ταυτόχρονα και αποδείξεις ότι τα μοντέλα όχι μόνο δεν ήταν κοντά στα 18 αλλά πάνω από 22, 23 χρονών -ετών. Οπότε να τη η θετική δημοσιότητα την επόμενη μέρα — Τζομπ ντάν. Τα πράγματα δεν συνέβαιναν ακριβώς έτσι άλλα σε αυτό το μοτίβο.

Αυτή η πραγματικότητα δεν υπήρχε παλιά: κόσμος που ενώ μέχρι πρόσφατα έκανε δημοσιογραφική δουλειά κάποιας ποιότητας, τώρα κάθεται πίσω από ένα γραφείο και απλά αναπαράγει ότι του πετάξεις, με μια τεράστια εργασιακή ανασφάλεια.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και αρκετά σαϊτς τα οποία απλά αντιγράφουν από άλλα μερικές φορές χωρίς καν να αναφέρουν την πηγή, τότε έχουμε το φαινόμενο μιας “χιονοστιβάδας που ξεκίνησε από μια χιονόμπαλα”, το ειδησιογραφικό διαδίκτυο λειτουργεί σαν ένα τεράστιο φωτοτυπικό που θα φωτοτυπήσει ότι του πετάξεις. Εδώ έχουμε ένα καινούριο φαινόμενο του διαδικτύου: τα σάιτς τύπου “Τρομακτικό”, “Συγκλονιστικό”, “Απίστευτο”, “Διαγαλαξιακό”, κλπ. Επειδή βιοπορίζονται από διαφημίσεις, αναγκαστικά να βασίζονται στον όγκο πληροφορίας και όχι στην ποιότητα, κυνηγάνε επομένως αντίστοιχο περιεχόμενο. Οπότε αν δουν κάτι “ζουμερό”, τότε σχεδόν σίγουρα θα το αντιγράψουν και θα το αναφέρουν. Το “φωτοτυπικό” εδώ έχει και πολλούς πολλαπλασιαστές.

Σύνοψη στο σχέδιο το οποίο απεικονίζει την ροή πληροφορίας όπως λειτουργεί σήμερα:

Με το χοντρό βελάκι (διπλή γραμμή) να συμβολίζει αποδοχή ειδήσεων αλλά και γενικότερα πληροφορίας με κάποιο έλεγχο, το λεπτό βελάκι (μονή γραμμή) την αποδοχή και αναπαραγωγή χωρίς κανέναν έλεγχο. Παρατηρήστε ότι εκεί που παλιά είχαμε περιοδικά τώρα έχουμε τα σάιτς που απλά αποδέχονται πληροφορία την οποία στη συνέχεια αντιγράφουν, χωρίς να ελέγχουν τίποτε.

Σύνοψη, τι άλλαξε και γιατί

Με μια ακόμη εικόνα:

  1. Ουσιαστικά έχουμε πολύ λιγότερους ανθρώπους ανά μέσο, οι οποίοι κυρίως αναπαράγουν αντί να δημιουργούν υλικό. Ότι καινούριο βάλει κάποιος στο διαδίκτυο μπορεί να διαδοθεί σαν να ήταν το διαδίκτυο αυτό ένα τεράστιο “φωτοτυπικό” του παρελθόντος.
  2. Τα περισσότερα σάιτς σήμερα συντηρούνται κυρίως από διαδικτυακές διαφημίσεις, οπότε αν κάποιος τα επισκεφθεί, η διαφήμιση προβλήθηκε, το μεροκάματο βγήκε. Αναγκαστικά ποντάρουν λοιπόν σε θέματα αισθησιακά ή παράξενα τα οποία ο κόσμος θα “σπρώξει” στους φίλους του. Επίσης όσα πιο πολλά τόσο πιο καλά μιας και περισσότερες επισκέψεις σημαίνουν περισσότερη έκθεση σε διαφήμιση. Οπότε τα κείμενα καλό είναι να είναι μικρά — όχι όπως αυτό γράφτηκε μεγάλο έπίτηδες.
  3. Γενικότερα το ανοσοποιητικό σύστημα του ειδησεογραφικού συστήματος είναι ουσιαστικά εκτός λειτουργίας. Σκεφτείτε τι συμβαίνει σε θέματα περιβάλλοντος ή πολιτικής.

Σας ευχαριστώ αν φτάσατε μέχρι εδώ. Με γενικότερο θέμα να είναι οι ψευδείς ειδήσεις, Θα υπάρξει συνέχεια αλλά όχι σύντομα.