Στράτης Χατζηπαναγιώτου: Από τους αγώνες στη διεύθυνση ενός περιοδικού αυτοκίνητου

Dimitris Bizas
Sep 9, 2018 · 9 min read

Είναι 10:00 το πρωί. Σε καφετέρια που βρίσκεται σε ένα από τα πολλά συμπλέγματα γραφείων επί της Λεωφόρου Κηφισίας, ένας κύριος, γύρω στα 60, κοιτά το κινητό του και γράφει μανιωδώς. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους γύρω του, δε φορά κοστούμι, αλλά ένα γιλέκο, και από μέσα ένα φούτερ και μία φόρμα — απλά και λιτά. Άλλωστε, τα ρούχα δεν προδίδουν μόνα τους το ποιόν του ανθρώπου.

Διαβάζεις εύκολα τις εκφράσεις του, αφού τα μάτια του μιλάνε πριν καν μιλήσει το στόμα του, για να σου πει την «καλημέρα» μέσα από την καρδιά του και να σου ανοιχτεί. Το χαμόγελό του αληθινό, όπως και η αγάπη με την οποία μιλά για αυτά που τον κάνουν περήφανο.

Ο Στράτης Χατζηπαναγιώτου είναι ένας άνθρωπος-σταθμός στους αγώνες και τον ειδικό Τύπο της χώρας. Γεννήθηκε το 1955 στην Αθήνα, και σπούδασε οικονομικά, χωρίς όμως να πάρει το πτυχίο του ποτέ. Η εισαγωγή του όμως στο πανεπιστήμιο ήταν καθαρά για να γίνει ένα χατήρι. Πριν καν αρχίσουμε την μαγνητοφώνηση, θυμάται μία ιστορία που αποτελεί ένδειξη του πάθους του για το αυτοκίνητο.

Δεν ήθελε να σπουδάσει πραγματικά. Στόχος του ήταν να «στρίβει» — τουλάχιστον έτσι το θέτει ο ίδιος. Ωστόσο, ο πατέρας του επιθυμούσε να τον δει φοιτητή, σε μία εποχή που η ακαδημιακή εκπαίδευση κάθε άλλο παρά δεδομένη ήταν. Για να μπορέσει να τον πείσει, εκείνος του έταξε ένα αυτοκίνητο: μία δίλιτρη Alfa Romeo Veloce, ένα αυτοκίνητο-όνειρο, που στα μάτια του κυρίου Χατζηπαναγιώτου, ήταν η αρχή ενός ταξιδιού που θα τον ακολουθούσε για όλη του τη ζωή. Το λέει και χαμογελά. Είναι βέβαιο πως και τότε, όταν ήταν 18 ετών, εκείνο το γεμάτο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του — ένα πρόσωπο που λάμπει σε κάθε λέξη που αφορά τα αυτοκίνητα και την ταχύτητα.

Βέβαια, η ενασχόληση με τους αγώνες ήταν ένα άλλο κεφάλαιο. Στο περιβάλλον του, ο Σ.Χ. (όπως υπογράφει στο τέλος κάθε κειμένου του εδώ και τέσσερις δεκαετίες) δεν είχε τέτοια πρότυπα. Οι αγώνες προέκυψαν, αλλά δεν «έτυχαν», αφού η τρέλα είχε φανεί από νωρίς.

«Στην οικογένειά μου υπήρχε ενδιαφέρον για το αυτοκίνητο, αλλά σε πολύ μικρό επίπεδο,» θα πει, έχοντας αφήσει πλέον το κινητό από το χέρι. «Εγώ λέω ότι γεννήθηκα… μαρσάροντας. Θυμάμαι στο σχολείο να μαρσάρω στους διαδρόμους, στις σκάλες. Έβλεπα τους γονείς μου, ή τους συγγενείς μου να οδηγούν και έπλαθα εικόνες σαν πιτσιρικάς.»

Οι δυσκολίες όμως ήταν πολλές. Όταν ξεκίνησε να αγωνίζεται το 1977, αποφάσισε να το κάνει κρυφά από τους δικούς του. Τότε χρησιμοποίησε και το ψευδώνυμό του, το «Στρατισσίνο». Ήθελε να μη γνωρίζει η μητέρα του αυτήν την απόφαση, ενώ όταν εκείνη το έμαθε, απείλησε να πέσει μπροστά στις ρόδες του αυτοκινήτου του. Τελικά, οι απειλές έμειναν απειλές, κι ο ίδιος συνέχισε, κάνοντας επάγγελμα πλέον αυτό που αγαπούσε.

Ωστόσο, πέρα από το μεγάλο επαγγελματικό βήμα, ο 22χρονος τότε Στράτης θα προχωρήσει σε μία ακόμα μεγάλη αλλαγή στη ζωή του. Θα παντρευτεί την Τόνια Παυλή, τη γυναίκα με την οποία θα συμμετείχε μαζί σε αγώνες, όντας εκείνη στη θέση της συνοδηγού. Η σχέση του οδηγού με τον συνοδηγό του είναι κάτι παραπάνω από σημαντική, και δεν υπήρχε καλύτερος παρτενέρ τότε από την πρώτη του σύζυγο.

Θα ακολουθούσαν άλλες τρεις γυναίκες στη ζωή του, αλλά κάθε φορά που μιλά για αυτό το θέμα, το κάνει γλυκά. Δεν μιλά με λεπτομέρειες, και δε σε προκαλεί να τον ρωτήσεις. Αφοπλιστικός σε όσα λέει, με δύο κουβέντες έχει εκφράσει δέκα σκέψεις του, και το να του αποσπάσεις πληροφορία που δεν θέλει να σου δώσει, είναι μάταιο.

Δεν σταθήκαμε πολύ σε αυτά, ακριβώς γιατί δεν είχαν σημασία. Η ζωή του «Στρατισσίνο» ήταν πάντα στην ταχύτητα, ταγμένη εκεί κι ορισμένη από αυτήν, οπότε γρήγορα η κουβέντα άλλαξε.

Μέσα στα 26 χρόνια της αγωνιστικής του καριέρας του, ο κος Χατζηπαναγιώτου γνώρισε πολλές επιτυχίες και έχαιρε της εμπιστοσύνης σπουδαίων εταιριών. Η Nissan, με την «Νικ. Ι. Θεοχαράκης» μπροστά, του έδωσε την ευκαιρία να τρέξει εργοστασιακά τη δεκαετία του ’80 για τους Ιάπωνες, σε μία εποχή που οι αυτοκινητοβιομηχανίες πίστευαν στο motorsport με πολύ πιο αγνό και ανώθευτο τρόπο.

Πέντε πρωταθλήματα ράλλι στην Ελλάδα, πάνω από 20 συμμετοχές στον εθνικό μας αγώνα, το Ράλλι Ακρόπολις, αγώνες σε διαφορετικές κατηγορίες και με διαφορετικές φίρμες, σχέση εμπιστοσύνης με κάθε συνεργάτη, με κάθε εταίρο, με κάθε μηχανικό. Δεν θα μιλήσει άσχημα για κανέναν, αλλά θα δείξει την απογοήτευσή για ανθρώπους και καταστάσεις που τον πίκραναν.

Σε κοιτάει στα μάτια όταν σου μιλά για το τότε, για τα περασμένα, γιατί τα έζησε με την καρδιά του. Έζησε το όνειρό του, πέτυχε απόλυτα σε αυτό που επέλεξε, αλλά δεν θα έμενε εκεί.

Κεφάλαιο 4Τροχοί

Τελειώνουμε την κουβέντα μας για τα περασμένα, για τους αγώνες που αποχαιρέτησε στο Ράλλι Παλάδιο το 2003 κι έκτοτε τους παρακολουθεί με τον ίδιο σεβασμό με τον οποίο τους υπηρέτησε, και κατευθυνόμαστε προς το γραφείο των 4Τ. Δεν απέχει πολύ, ούτε 5 λεπτά από την καφετέρεια στην οποία είχαμε ξεκινήσει τη σύζητησή μας. Ξεκίνησε για συνέντευξη, αλλά έγινε περισσότερο μία αναδρομή.

Στον δρόμο δε μιλά πολύ. Σκέφτεται, κοιτάζει το κινητό του. Απαντάει βιαστικά στα μηνύματα που εξακολουθεί να λαμβάνει, και γρήγορα μπαίνουμε στον χώρο που χτυπάει η καρδιά του περιοδικού. Ανοίγει η πόρτα και καταλαβαίνει κανείς αμέσως ότι το αυτοκίνητο λατρεύεται σαν θρησκεία εκεί. Αφίσες θρύλων των αγώνων, αναμνηστικά από τα εκάστοτε ταξίδια κοσμούν ως επί το πλείστον ένα «Π» που σχηματίζεται με τα γραφεία των συντακτών. Όλοι συνεχίζουν τις προετοιμασίες για το επόμενο τεύχος σε πυρετώδεις ρυθμούς. Θαυμάζεις την αφοσίωσή τους στο έργο τους, που εκπορεύεται από το πάθος τους για τη δουλειά τους και την εμπιστοσύνη που έχει ο ένας στις δυνάμεις του άλλου.

Κομμάτι αυτής της ομάδας θα γινόταν κι ο κος Χατζηπαναγιώτου, πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες. Στις αρχές του ’80, οι 4Τροχοί ήταν ένα περιοδικό αυτοκίνητου που είχε σαφή επιρροή από τα πρότυπα του εξωτερικού, αλλά ήταν καθαρά ελληνικό, φτιαγμένο από τον Κώστα Καββαθά, υπηρετώντας τον Έλληνα αναγνώστη/καταναλωτή.

Φτάνουμε στο γραφείο του, τον δικό του χώρο, που δεν είναι αποκλεισμένος από τους υπόλοιπους, αλλά αποτελεί το «αρχηγείο» του περιοδικού. Κάθεται, και θυμάται. Θα σταθεί στα γεγονότα, και θα μιλήσει για το πώς εξελίχθηκε η δική του πορεία σε αυτό το μέσο:

«Στο περιοδικό εργάζομαι 40 χρόνια. Ξεκίνησα ως συντάκτης αγώνων στην Ελλάδα, μετά επεκτάθηκα και σε διεθνές επίπεδο, για WRC και Formula 1. Σιγά-σιγά, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, άρχισα να γράφω και για αυτοκίνητα. Έπειτα, στις αρχές του ’90 άρχισα να «μπαίνω» στα διοικητικά του περιοδικού — έγινα διευθυντής σύνταξης αρχικά και για πολλά χρόνια.»

Σε αυτά τα πρώτα χρόνια, ο Σ.Χ. πέρασε από τη μία βαθμίδα στην επόμενη αρκετά γρήγορα. Ωστόσο, δεν ήταν η μόνη του εργασία το περιοδικό. Παράλληλα, θα συνέχιζε να αγωνίζεται κανονικά, λαμβάνοντας μέρος σε αρκετούς εγχώριους αγώνες, εκτελώντας πλέον όχι μόνο χρέη οδηγού, αλλά και χρέη σχολιαστή/ανταποκριτή. Θυμάται χαρακτηριστικά να βάζει τη φόρμα του, να οδηγεί, και ανάμεσα στις ειδικές διαδρομές, να παίρνει το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι και να μιλά με τους αντιπάλους του, που συνάμα ήταν και το αντικείμενο του ρεπορτάζ του. Συνδύαζε δύο ρόλους πολύ διαφορετικούς, αφού την ίδια ώρα θα έπρεπε να είναι αγωνιζόμενος και ρεπόρτερ.

Αυτό είχε οδηγήσει ουκ ολίγες φορές και σε παράπονα συναθλητών του, ως και καχυποψία για τις κινήσεις του, αφού ως δημοσιογράφος όφειλε να ρωτήσει πράγματα που ίσως να δίσταζαν εκείνοι να του αποκαλύψουν, όντας και ο ίδιος στη μάχη της νίκης. Δεν πικραίνεται όσο τα διηγείται, παρά μειδιάζει, αφού η νοσταλγία υπερέχει της όποιας στενοχώριας για τη στάση ορισμένων.

Η συζήτηση επέστρεψε γρήγορα στο περιοδικό. Μετά την θέση του διευθυντή σύνταξης των 4Τ, ο κύριος Χατζηπαναγιώτου αναλαμβάνει ένα ακόμα πιο υπεύθυνο πόστο, σε μία κομβική στιγμή για τον τίτλο:

«Κάποια στιγμή, υπήρξα διευθυντής όλων των περιοδικών που εξέδιδαν οι ‘Τεχνικές Εκδόσεις’, όταν πλέον μπήκαμε στο χρηματιστήριο. Τότε είχαμε κάνει και τη συνεργασία με τις Εκδόσεις Λυμπέρη.»

Οι 4Τ πέρασαν από πολλά, τόσο το 2011, όσο και το 2013. Και τις δύο φορές, διακόπηκε προσωρινά η κυκλοφορία τους, και μαζί και οι πληρωμές των εργαζομένων. Ο ίδιος δεν θα το παραδεχτεί ποτέ, και αν τον ρωτήσεις, θα πει πως έκανε το αυτονόητο, όμως και τις δύο φορές, τάχθηκε με το μέρος τους, κι όχι με την πλευρά της εκδοτικής. Πάλεψε για τα δεδουλευμένα των συντακτών, υπήρξε ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των διοικητικών και των υπαλλήλων, πετυχαίνοντας τελικά τον στόχο του, αφού κανείς δεν έχασε τα χρήματα που δικαιούτο.

Πλέον, εδώ και περίπου 5 χρόνια, οι 4Τροχοί διανύουν τη λεγόμενη από τους ίδιους «Β’ Περίοδο» της ιστορίας τους. Είναι σε νέο «σπίτι», με τον Σ.Χ. στο τιμόνι:

«Τώρα, είμαι στη θέση του διευθυντή των 4Τ (κι ατύπως στη θέση του εκδότη) από το 2013, που το περιοδικό πέρασε στα χέρια της Alpha Edition. Ο ρόλος μου είναι να συντονίζω μία ομάδα με υπέροχους ανθρώπους, με συντάκτες που πορευόμαστε πολλά χρόνια μαζί, κι έχω την ευθύνη και του οικονομικού αποτελέσματος, αλλά και της ποιότητας της ύλης. Γενικά, φέρω την ευθύνη ενός ανεξάρτητου οργανισμού, όπως είναι οι 4Τ, μέσα σε μία μεγάλη εταιρεία.»

«Μία ομάδα με υπέροχους ανθρώπους» θα χαρακτηρίσει τους συντάκτες με τους οποίους μετρά πολλά χρόνια συνεργασίας. Αυτό δείχνει τη γενικότερη νοοτροπία ενός ανθρώπου που γαλουχήθηκε με αυτές τις αρχές, οι οποίες υιοθετήθηκαν από τον ιδρυτή του περιοδικού πρώτα, και που ο ίδιος κληρονόμησε όταν ανέλαβε τα ηνία.

Η συντροφικότητα, το «να συνεννοείσαι με τα μάτια» όπως το αναφέρει εκείνος, είναι κομμάτι της δουλειάς, μιας και μπορεί να συνεισφέρει στη λειτουργία του περιοδικού, καθώς και στο παραγόμενο αποτέλεσμα. Όταν ο κορμός παραμένει ο ίδιος, η συνεργασία γίνεται εύκολη και σχεδόν αβίαστα, αφού οι αυτοματισμοί υπερισχύουν της καχυποψίας για αυτόν που κάθεται στο διπλανό γραφείο.

Όταν φτάσαμε σε αυτό το θέμα, αν και δεν είπε πολλά, φάνηκε στο βλέμμα του ότι μιλούσε για δικούς του ανθρώπους. Χαμογέλασε όταν ξεκίνησε να απαντά, σαν να αναφερόταν στα παιδιά του, κι όχι σε μερικούς υφιστάμενούς του:

«Με τη συγκεκριμένη ομάδα δουλεύουμε μαζί περίπου 20 χρόνια, και είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει εμπιστοσύνη. Μας χαρακτηρίζει μία εσωστρέφεια — όχι όλους, ευτυχώς, αλλά είμαστε ταγμένοι στο παρελθόν, αλλά έχουμε και νέους που δίνουν σημασία και στα social media.»

Ο Σ.Χ. είναι ένας άνθρωπος των social media, με έντονη παρουσία σε αυτά, μιας και πιστεύει στην επικοινωνία της δουλειάς και των σκέψεών του, στον βαθμό που ο ίδιος το επιθυμεί και με τον δικό του, ξεχωριστό τρόπο. Ο παρορμητισμός που τον διακατέχει φαίνεται έντονα στα post του, αλλά στο μέτρο που δεν προσβάλλει κανέναν. Η ενασχόλησή του με τα εκάστοτε μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ακόμα μία έκφραση της προσωπικότητάς του, της εξωστρέφειας που τον χαρακτηρίζει εδώ.

Αυτή η έμφυτη ανάγκη του να δρα και να κινείται συνεχώς φαίνεται ξεκάθαρα και στο τι προτιμά να κάνει σχετικά τη δουλειά του.

Ως περιοδικό αυτοκινήτου, οι 4Τ έχουν αρκετές υποχρεώσεις εκτός γραφείου: δοκιμές αυτοκινήτων, οδοιπορικά, επαγγελματικά ταξίδια. Κι ο ίδιος τα προτιμά, προτιμά το «τρέξιμο», παρά την καρέκλα, ενώ, όντας ο μοναδικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στον θεσμό για την ανάδειξη του «Αυτοκινήτου της Χρονιάς» (COTY), το να βρίσκεται με μία βαλίτσα στο χέρι από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο είναι κάτι το σύνηθες.

Έπειτα, το να οδηγεί είναι κάτι που ακόμα τον συναρπάζει. Η «τέλεια θέση οδήγησης» είναι μία έκφραση που συχνά χρησιμοποιεί στα κείμενά του, αφού για τον ίδιο είναι το Α και το Ω της καλής οδηγικής εμπειρίας, στην προσπάθεια να κατανοήσει πλήρως το αυτοκίνητο και να μπορέσει να γράψει για αυτό, χωρίς να το αδικήσει.

Όταν τον ρώτησα για το πώς είναι ένας μήνας από τη δική του σκοπιά, γέλασε.

«Ένας μήνας δουλειάς κυλάει πολύ έξω από το γραφείο. Το γραφείο είναι τέλειο όταν είσαι εκτός γραφείου! Όταν δηλαδή οδηγείς κι έχεις βρει τη σωστή θέση οδήγησης και ξέρεις να το κάνεις αυτό. Ταξιδεύω συχνά λόγω των υποχρεώσεών μου για το COTY (Car of the Year) κι αυτό δεν είναι πάντα ευχάριστο, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύει ο κόσμος. Είναι ταξίδια που αφορούν στη δουλειά, αλλά κι αποκλειστικότητες ορισμένων εταιρείων.Καμιά φορά, ακολουθώ τα παιδιά και οδηγώ μαζί τους και να συζητάμε για τα αυτοκίνητα, αν κι αυτό σπανίζει όλο και περισσότερο. Λείπει αυτή η εξόρμηση, αλλά την αποζητάω.»

Αυτός είναι ο Στράτης Χατζηπαναγιώτου. Ο ίδιος αυτοαποκαλείται οδηγός-δημοσιογράφος, και είναι. Πέρασε από το τιμόνι στο χαρτί, κάνοντας για αρκετό διάστημα και τα δύο παράλληλα, θέτοντας εαυτόν σε μία πλεονεκτική θέση σε ό,τι είχε να κάνει με το αυτοκίνητο. Οι συνεργάτες του θα μιλήσουν με τα καλύτερα λόγια για τον ίδιο, θα τονίσουν τα θετικά και θα διασκεδάσουν τα αρνητικά του χαρακτήρα του, αφού είτε από το γραφείο της Λεωφόρου Κηφισίας, είτε σε οποιονδήποτε δρόμο, με οποιοδήποτε όχημα, παραμένει ο ίδιος άνθρωπος. Με τη φόρμα, το φούτερ και το γιλέκο του.

    Dimitris Bizas

    Written by

    Welcome to a place where words matter. On Medium, smart voices and original ideas take center stage - with no ads in sight. Watch
    Follow all the topics you care about, and we’ll deliver the best stories for you to your homepage and inbox. Explore
    Get unlimited access to the best stories on Medium — and support writers while you’re at it. Just $5/month. Upgrade