Μέρος 2. Επεισόδιο #1. Βροχή.
“Συγγνώμη που παίρνω τέτοια ώρα, απλά πρέπει να έρθεις στο νοσοκομείο. Ίσως.. ίσως να είναι οι τελευταίες του στιγμές.”
Ήταν γύρω στα 4 χρονών απ’όταν θυμάται την πρώτη της ανάμνηση με τον παππού της. Καλοκαίρι, στο αγρόκτημα. Μέρα που ο ήλιος έκαιγε περισσότερο από ποτέ και κείνος να της φέρνει ένα ψάθινο καπέλο μαζί με μια γρανίτα λεμόνι. “Παππού, πώς φύτρωσαν τα δέντρα;” Ήταν χαρά του να του κάνουν ερωτήσεις και ευκαιρία να δείξει την φαντασία του. Την πήρε αγκαλιά και την έβαλε στο καρεκλάκι από κερασιά που έφτιαξε ακριβώς για την ίδια. “Κάποτε μικρή μου, υπήρχαν γίγαντες. Πιο ψηλοί από τα εκείνα τα δέντρα απέναντι. Με μεγάλα μπράτσα και ανακατωμένα μαλλιά. Έπαιζαν και αυτοί μηλάκια, όπως και συ, όμως δεν είχαν τις ίδιες μπάλες με τώρα.” Τα μάτια της είχαν γουρλώσει και είχε παραδωθεί στα λόγια του. “Μια μέρα, άρχισε να βρέχει. Ξέρεις, ποτέ δεν έβρεχε. Πάντα είχε τέτοιο ήλιο, όπως σήμερα, γι’αυτό και όλη μέρα οι γίγαντες έπαιζαν. Στις πρώτες σταγόνες, οι γίγαντες ξαφνιάστηκαν! Δεν ήξεραν τι γίνεται! Τρομοκρατήθηκαν, έριξαν τις μπάλες τους και έτρεξαν στα σπίτια τους!” Μαγευόταν κάθε φορά που έβλεπε την αγωνία στα μάτια της μικρής του ηλιαχτίδας. Έβρισκε το νόημα να συνεχίσει να λέει τις ιστορίες του. “Η βροχή έκανε τις μπάλες να κρυφτούν κάτω απ’το χώμα! Όταν βγήκε το ουράνιο τόξο, που τότε δεν έβγαινε μόνο μετά τη βροχή, αλλά σχεδόν κάθε μέρα, βγήκαν και οι γίγαντες για να συνεχίσουν το παιχνίδι τους όμως δεν έβρισκαν τις μπάλες τους.” Η αγωνία μετατράπηκε σε θλίψη. Είχε βάλει τα χέρια της γύρω απ’τα πόδια της και ακουμπούσε το αριστερό της μάγουλο στο αριστερό της γόνατο. Δεν ήθελε οι γίγαντες να μείνουν χωρίς παιχνίδι. Φαινόταν. “Έσκαψαν για να τις βρουν, μα αδίκως. Λες και έλιωσαν ή κρύφτηκαν ακόμα πιο βαθιά! Απογοητευμένοι οι γίγαντες μας, γύρισαν στα σπίτια τους και πέρασαν πολύ καιρό εκεί μέσα. Μέχρι που…” Το κεφάλι της πετάχτηκε με την ελπίδα που μόλις της δημιούργησε. “…μια μέρα άρχισε να βρέχει ξανά! Κοιτούσαν έξω απ’τα παράθυρα τους περιμένοντας ίσως κάτι που θα τους έφερνε πίσω τις μπάλες τους, αλλά αντί γι’αυτές, άρχισαν να βγαίνουν απ’τη γη κάτι παράξενα πράγματα. Μάντεψε τι ήταν..” Δεν ήθελε να απαντήσει λάθος, αλλά ήξερε. “Δέντρα! Παππού έβγαιναν δέντρα! Δηλαδή, τα δέντρα μας ήταν οι μπάλες που έπαιζαν οι γίγαντες;” Η περηφάνια στόλισε όλο του το πρόσωπο. “Ακριβώς μικρή μου ηλιαχτίδα. Έτσι οι γίγαντες, άρχισαν να ψάχνουν για καινούριες μπάλες και περίμεναν πως και πως να ξαναβρέξει.” Κάθε καλοκαίρι περνούσε έτσι. Κάθε φορά είχε μια καινούρια ερώτηση που ανυπομονούσε να ακούσει την ανάλογη ιστορία.
Όσο μεγάλωνε, ήταν όλο και πιο σίγουρη πως ήταν ιστορίες που έβγαζε απ’το μυαλό του, ιδίως όταν στην ερώτηση του πως δημιουργήθηκε η φωτιά της απάντησε πως φταρνίστηκε πάνω του ένας δράκος, τότε οι υποψίες της βγήκαν αληθινές, μα ποτέ δεν του το είπε. Λάτρευε τις ιστορίες του και το πάθος που είχε όταν τις διηγούνταν. Ο αγαπημένος της συγγραφέας και ποιητής. Κάθε φορά που έμπαινε στο αυτοκίνητο για να γυρίσουν σπίτι, η ίδια ερώτηση έφτανε στα αυτιά της. “Πέρασες καλά;” Δεν έχανε χρόνο και ξεκινούσε να λέει κατά γράμμα την καινούρια ιστορία. Ήταν η ευτυχία της και κανείς δεν μπορούσε να της την πάρει. Ή και όχι.