Το ποτό βλάπτει σοβαρά εσάς … και τους γύρω σας!

This is the story of a man who is addicted to alcohol and how this destroyed himself and his family.

Κάπου στο Παγκράτι

Ώρα : 22:30

« Ρε παιδιά, συγνώμη, μήπως έχετε έναν αναπτήρα; Ο δικός μου δε λέει να ανάψει!»

Ένας άντρας γύρω στα 50, με πυκνό μουστάκι, στέκεται δίπλα μου στο παγκάκι έχοντας ένα στριφτό τσιγάρο στο στόμα που μάταια προσπαθεί να ανάψει με τον αναπτήρα του. Μηχανικά και κάπως αδιάφορα του προσφέρω το δικό μου.

Αφού ρουφάει με περίσσια ευχαρίστηση την πρώτη του τζούρα, δηλώνει πως δε θα μας ενοχλήσει και θα κάτσει στο διπλανό παγκάκι μέχρι να κάνει το τσιγάρο του.

«Καμία ενόχληση» απαντάω και συνεχίζω την κουβέντα μου.

Δεν έχουν περάσει δύο λεπτά και την προσοχή μου αποσπάει η προσπάθεια του ανθρώπου να ανάψει το σβησμένο του τσιγάρο με τον άδειο πλέον αναπτήρα του.

«Κρατήστε τον» του λέω χαμογελαστά δίνοντάς του το δικό μου «έχω κι άλλον».

Και τότε τον προσέχω.

«Κύριε Γιάννη! Τι κάνετε; Η Φαίη είμαι!»

Τον κύριο Γιάννη τον γνώριζα από τότε που πήγαινα γυμνάσιο, πατέρας του τότε καλού μου φίλου Βασίλη.

«Τι κάνει ο Βασίλης; Έχω τόσα χρόνια να τον δω!»

Τινάζεται από το σημείο που καθόταν και με αγκαλιάζει.

«Κορίτσι μου! Πως μεγάλωσες έτσι; Πέρασαν τα χρόνια! Πόσο χαίρομαι!»

Κι όμως ήταν τόσο μελαγχολικός, τόσο ταλαιπωρημένος. Τον είδα να βουρκώνει.

«Πω πω! Πόσο ντρέπομαι!» είπε γυρνώντας το κεφάλι του προσπαθώντας κάπως άτσαλα να σκουπίσει τα δάκρυά του.

«Καθίστε. Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεστε.»

Καθισμένος δίπλα μου έχοντας σχετικά συνέλθει κοιτάει την κάφτρα του τσιγάρου του και μορφάζει.

«Λένε ότι αυτό βλάπτει εμάς και τους γύρω μας… Που να δεις το ποτό τι κάνει! Με ρώτησες τι κάνει ο Βασίλης. Δεν ξέρω. Έχω να τον δω τρεις μήνες. Έφυγε. Εγώ φταίω!»

Βγάζει το κινητό του από την τσέπη και κοιτάει τη σβησμένη οθόνη του κινητού του. Απογοητευμένος το βάζει πάλι μέσα.

«Σήμερα με έδιωξε και η γυναίκα μου. Η Δέσποινα. Τη θυμάσαι τη Δέσποινα; Καλά έκανε! Το άξιζα! Με έδιωξαν από τη δουλειά. Πάλι.»

«Τι έγινε; »

«Τι έγινε; Ο γνωστός Γιάννης έγινε!» απάντησε απελπισμένα.

Από τότε, στο γυμνάσιο, θυμάμαι το Βασίλη ενοχλημένο να λέει πως ο καλύτερος φίλος του πατέρα του ήταν το τσίπουρο και πως όταν έμπαινε αυτό στη μέση ο «Γιάννης η νεροφίδα», όπως τον αποκαλούσε, δεν υπολόγιζε τίποτα.

Προσπαθώντας, κατά κάποιο τρόπο, να δικαιολογήσει τον πατέρα του έλεγε πως με το που γεννήθηκε αυτόν τον άνθρωπο τον μούντζωσαν.

Όντας μηνών ακόμα στην κούνια η μητέρα του τον παράτησε για να ζήσει τον παράνομο έρωτα της κάτω στην Πάτρα και έκτοτε δεν τον αναζήτησε ποτέ ξανά. Ο πατέρας του Γιάννη ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε έναν ακόμη γιο με τη νέα του σύζυγο. Ο μικρός Γιάννης ήταν πάντα παραμελημένος από τον πατέρα του. Ίσως επειδή του θύμιζε την άπιστη πρώην γυναίκα του. Στα 17 του το έσκασε από το σπίτι και έπιασε δουλεία σε έναν μηχανικό, ο οποίος τον αγκάλιασε αμέσως μιας και αυτός παρά τις προσπάθειες που έκανε με τη σύζυγό του Δέσποινα δεν είχαν καταφέρει να αποκτήσουν ένα δικό τους παιδί.

«Ο πατέρας μου από μικρός ήταν διαόλου κάλτσα!» έλεγε ο Βασίλης όταν μου έλεγε την ιστορία του πατέρα του.

Ο Αχιλλέας, ο μηχανικός, τον έβαλε σπίτι του και του φέρθηκε όπως θα φερόταν και στο δικό του παιδί. Η Δέσποινα, κατά 12 χρόνια μεγαλύτερη από το Γιάννη, ήταν εξ αρχής αντίθετη με αυτό. Εκείνη και ο Αχιλλέας είχαν κάνει τα πάντα για να κάνουν τη δική τους οικογένεια αλλά «ο θεός δεν είχε τέτοια σχέδια για εκείνους» όπως έλεγε η Δέσποινα. Δέκα ολόκληρες γέννες είχε κάνει αλλά κανένα μωρό δεν κατέφερε να ζήσει πάνω από 24 ώρες.

Η Δέσποινα καταθλιπτική πλέον, παραιτήθηκε από τη ζωή της και τα συζυγικά της καθήκοντα.

Τότε ήταν και η στιγμή που ο νεαρός Γιάννης ήρθε πιο κοντά με τη Δέσποινα. Οι δυο τους ξενυχτούσαν εξιστορώντας τη ζωή τους ο ένας στον άλλον και αυτό τους έδεσε. Μέσα σε λίγο καιρό η Δέσποινα και ο Γιάννης κλέφτηκαν. Χωρίς χρήματα και την υποστήριξη κανενός νοίκιασαν ένα υπόγειο στην Καισαριανή. Οι δυσκολίες ήταν πολλές και οι αντοχές λίγες.

Η Δέσποινα βρήκε δουλειά ως καθαρίστρια σε τράπεζα και ο Γιάννης σε κατασκευές αλουμινίου. Σιγά — σιγά άρχισαν να πατάνε στα πόδια τους.

Η Δέσποινα μένει για ενδέκατη φορά έγκυος και αφήνει τη δουλειά της με προτροπή του γιατρού της. Ο Γιάννης τότε αρχίζει διπλοβάρδιες έτσι ώστε να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα των γιατρών. Η πίεση είναι μεγάλη. Στο σπίτι κατάκοπος από τη δουλειά βάζει σε ένα ποτηράκι τσίπουρο για να χαλαρώσει. Λέει ότι το βοηθάει για να αντέξει.

Ο καιρός περνάει και η Δέσποινα γεννάει πρόωρα με καισαρική καθώς το μωρό κινδύνευε.

Η Δέσποινα πέφτει σε επιλόχειο κατάθλιψη και δε δέχεται να δει το μωρό φοβούμενη ότι πάλι θα το χάσει.

Ο Γιάννης ζητάει βοήθεια από τα πεθερικά του Μαρία και Χρήστο, οι οποίοι μετά από καιρό αποδέχονται το γάμο της κόρης τους και αγκαλιάζουν τη νέα οικογένεια.

Με δάνειο από την τράπεζα και την οικονομική στήριξη των γονιών της Δέσποινας καταφέρνουν να αγοράσουν ένα μικρό σπίτι στην Καισαριανή.

Τα έξοδα όμως είναι πιο πολλά από τα έσοδα και αναγκάζονται να βγάλουν πιστωτικές κάρτες για να κλείσουν κάποιες τρύπες.

Ο μικρός Βασίλης μεγάλωσε και πάει Τρίτη δημοτικού. Εκείνη η χρονιά ήταν και η πρώτη του φορά που είδε τον πατέρα του μεθυσμένο. Είχε γυρίσει νωρίτερα από τη δουλειά φορώντας ακόμα τη φόρμα εργασίας. Φερόταν αλλόκοτα, έβριζε και χτυπούσε τα χέρια του στο τραπέζι. Η Δέσποινα έστειλε το Βασίλη στο δωμάτιο του, του έκλεισε την πόρτα και του είπε να μη βγει μέχρι να τον φωνάξει η ίδια. Άκουγε και τους δύο να φωνάζουν. Η μητέρα του ξέσπασε λέγοντας πως οι φόροι στις κάρτες έχουν ανέβει στα ύψη και πως χρωστάνε ήδη δύο δόσεις για το δάνειο του σπιτιού.

Ο Γιάννης, έκτοτε, έκανε περιστασιακές δουλειές ως διανομέας σε διάφορα μαγαζιά της περιοχής, αλλά κανένα δεν τον κρατούσε πάνω από μισό χρόνο.

Ο Βασίλης, συχνά πυκνά, έβλεπε τον πατέρα του ζαλισμένο, κάποιες φορές νευριασμένο άλλες απελπισμένο και απογοητευμένο. Δεν αντιδρούσε ποτέ.

Μέχρι το γυμνάσιο που στον πάτο της ντουλάπας είδε 3–4 μπουκάλια από τσίπουρο. Κάποια είχαν ακόμα μέσα. Νευριασμένος τα άδειασε και τα πέταξε στα σκουπίδια. Ήταν η πρώτη φορά που τον αποκάλεσε «μπεκρή» και πως ντρέπεται που είναι πατέρας του.

Ο Γιάννης έχανε τη μία δουλειά μετά την άλλη και τα χρωστούμενα φάνταζαν βουνό στις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας.

Οι καθηγητές του Βασίλη είχαν ενοχλήσει αρκετές φορές τη Δέσποινα καθώς κινδύνευε να κοπεί σε κάποια μαθήματα και ήταν αντιδραστικός πολλές φορές απέναντι σε αυτούς και άλλους συμμαθητές του. Εκείνη ζητούσε συγνώμη και από ντροπή έριχνε το φταίξιμο στην «εφηβεία».

Ένα Κυριακάτικο πρωινό ο Βασίλης ξυπνάει από τα κλάματα και τις φωνές της μητέρας του.

« Το βαφτιστικό σταυρό του γιου σου ρε αθεόφοβε; Πήγες και τον πούλησες;»

Ο Γιάννης, άνεργος πια, την προηγούμενη μέρα πήρε ότι χρυσαφικό βρήκε και το πούλησε. Εκτός από το ποτό είχε αποκτήσει και νέα συνήθεια, τον τζόγο. Είπε προς μάταιη υπεράσπισή του πως ήθελε να βοηθήσει οικονομικά.

«Είχα ρέντα, αλλά στο τέλος με έκαψες εσύ και η γλωσσοφαγιά σου!»

Ο Βασίλης από τότε και στο εξής απομακρύνθηκε από τους δικούς του και επέλεξε να είναι αμέτοχος στα προβλήματα της οικογένειας του.

Η Δέσποινα έχασε τους γονείς της και παράλληλα το στήριγμά της τόσα χρόνια σε διάστημα δύο χρόνων. Η ίδια από τα απανωτά χτυπήματα που της είχε καταφέρει ο Γιάννης κατάπεσε και εθίστηκε στα ηρεμιστικά χάπια. «Δεν είχα ηρεμία! Δε με έπιανε ύπνος!» υποστήριζε.

Υπήρξαν περίοδοι που Γιάννης, Δέσποινα και Βασίλης ζούσαν αρμονικά. Περίοδοι που οι γονείς είχαν δουλειές και τα « έφερναν βόλτα» όπως έλεγαν. Περίοδοι που το ποτό και τα χάπια έμεναν στο ντουλάπι. Είναι αυτές οι γνωστές περίοδοι ύφεσης πριν την επόμενη καταστροφή.

Ο Γιάννης είχε βρει δουλειά ως διανομέας σε ένα μαγαζί της περιοχής και το αφεντικό του τον έστειλε να βγάλει βιβλιάριο υγειονομικού καθώς έταζε ο νόμος στους χώρους μαζικής εστίασης. Εκεί ο ακτινολόγος είδε μία σκίαση στον αριστερό πνεύμονα και του ζήτησε να το κοιτάξει όσο το δυνατόν συντομότερο σε έναν παθολόγο. Οι φόβοι του βγήκαν αληθινοί. Είχε το «κακό» όπως χαρακτηριστικά είπε. Την επόμενη κιόλας ημέρα έκανε εισαγωγή στον Άγιο Σάββα. Ο όγκος ήταν κοντά στα 3 εκατοστά και εγχειρήσιμος. Η Δέσποινα και ο νεαρός Βασίλης στάθηκαν στο πλευρό του. Ήταν δίπλα του καθ’ όλη τη διάρκεια, όσο έκατσε στο νοσοκομείο αλλά και στις θεραπείες μετέπειτα. Η Δέσποινα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα και τη μητέρα του Γιάννη. Ήθελε να τον ενώσει ξανά με τους γονείς του. Η μητέρα του την οποία είχε να δει από τότε που ήταν μηνών εμφανίστηκε μετά την εγχείρηση απαθής για την τύχη του γιου της, ενώ ο πατέρας του σχεδόν ενοχλημένος ζήτησε να τον ξαναπάρουν τηλέφωνο αφού βγει από το νοσοκομείο γιατί οι χώροι αυτοί τον «αγριεύουν».

Οι χημειοθεραπείες εξάλειψαν τα κύτταρα του καρκίνου και ο Γιάννης διέφυγε τον κίνδυνο.

Ο ίδιος έκανε αρκετές προσπάθειες επανένωσης με τους γονείς του αλλά χωρίς κάποια ιδιαίτερη επιτυχία παρά μόνο κάποιες απρόσωπες επισκέψεις που δεχόταν κατά καιρούς από τους τελευταίους.

Οι ουλές της εγχείρησης είχαν πλέον επουλωθεί αλλά όχι και αυτές στην ψυχή του Γιάννη.

Ανήμπορος πλέον να βρει δουλεία και με την πενιχρή αναπηρική σύνταξη που παίρνει νιώθει ανίκανος και ότι δεν μπορεί πια να ανταπεξέλθει στα οικογενειακά του καθήκοντα.

Το τσίπουρο βγαίνει από το ντουλάπι και οι φωνές γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας της οικογένειας. Οι κούφιες υποσχέσεις του Γιάννη ότι θα το κόψει δεν πείθουν πια κανέναν. Οι αντιπαραθέσεις του Βασίλη και του πατέρα του γίνονται όλο και πιο έντονες με απειλές να εκτοξεύονται και από τις δύο πλευρές.

Οι οικονομίες της οικογένειας που είχαν στην άκρη για «ώρα ανάγκης» έγιναν καπνός.

«Τι έκανες Γιάννη; Που είναι τα λεφτά μας; Ήταν για το παιδί μας, για να σπουδάσει!»

Εκείνο ήταν το βράδυ που ο Γιάννης είδε το γιο του Βασίλη για τελευταία φορά.

Δε θα ξεχάσει ποτέ τα τελευταία του λόγια πριν βροντήξει την πόρτα.

«Έχασες κάθε δικαίωμα να λέγεσαι πατέρας και σύζυγος! Μπορεί ο καρκίνος να μη σε σκότωσε αλλά για εμένα έχεις πεθάνει προ πολλού»

Ο κ. Γιάννης κρατάει με τα χέρια του το κεφάλι του και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να μην κλάψει. Στρίβει άλλο ένα τσιγάρο και με μάτια βουρκωμένα καρφωμένα στο κενό το ανάβει.

«Είδα στο facebook μια φωτογραφία του Μπίλυ μου! Μένει με την κοπέλα του. Ήταν χαρούμενος!» μουρμούρισε χαμογελαστά παίζοντας με το τσιγάρο στα δάχτυλά του.

«Η κυρία Δέσποινα;»

« Η κυρία Δέσποινα δε με άντεξε. Την χώρισα από το γιο της! Την κούρασα! Πριν δύο μέρες μου πήρε τα κλειδιά και έβαλε σε μία βαλίτσα τα ρούχα μου.»

«Και τώρα;»

«Τώρα μένω σε ένα υπόγειο εδώ στο Παγκράτι. Από υπόγειο ξεκίνησα με τη Δεσποινούλα μου και σε υπόγειο κατέληξα μόνος μου.» αναστέναξε και κοίταξε πάλι το κινητό του.

«Ποιον περιμένετε;»

«Τώρα πια κανέναν. Αν και ακόμα ελπίζω ότι θα χτυπήσει και θα ακούσω τον Μπίλυ να μου λέει -Έλα Γιάννη είμαι σπίτι και σε περιμένουμε με την κυρά Δέσποινα!»

« Ο καρκίνος κορίτσι μου θα σκότωνε εμένα, αλλά το πιώμα σκότωσε την οικογένεια μου και ό,τι προσπαθούσα να χτίσω τόσα χρόνια. «

«Είναι αργά, πάμε;» ρώτησε ο φίλος μου

«Καλό βράδυ κύριε Γιάννη μακάρι να χτυπήσει το τηλέφωνο γρήγορα!»

Χαμογέλασε νωχελικά και κοίταξε κλεφτά το κινητό του.

Show your support

Clapping shows how much you appreciated Φαιη Τσουρεα’s story.