Εθισμός στο μάταιο*

~ Μια ατέλειωτη κρεπαλη ~
Έχω κουραστεί. Και δεν μιλάω για κούραση η οποία μπορεί να φύγει με μια βδομάδα καλό ύπνο, καλό φαγητό και καλή παρέα. Μιλάω για μια κούραση η οποία συσσωρεύεται με τα χρόνια και έχει κάνει το μυαλό μου, την ψυχή μου, τον κόσμο μου ένα μέρος όπου απλά δεν είναι εύκολο να υπάρχω. Μια κούραση που δεν μπορεί να γιατρευτεί από τους ανθρώπους ή τα υλικά αγαθά γύρω μου. Μια κούραση που με κάνει να σκέφτομαι ότι η πραγματική σωματική κόπωση είναι ευπρόσδεκτη, ίσως και επιθυμητή. Κούραση.
Κάθε βήμα, κάθε σκέψη, κάθε κίνηση… γιατί είναι τόσο δύσκολα όλα; Γιατί πρέπει να συνεχίσω; Δεν έχω κουραστεί ήδη αρκετά; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτός ο ατελείωτος μαραθώνιος που τρέχω; Πότε θα μπορέσω να σταματήσω για λίγο, να πάρω μια ανάσα; Προσπαθώ να φτάσω κάπου αλλά αυτό το κάπου όλο αλλάζει υπόσταση, όλο μετακινείται σαν την άκρη του ουράνιου τόξου. Λάθος. Η κούραση δεν οφείλεται σε αυτό. Όχι. Η κουραση οφείλεται στο ότι αυτό το κάπου δεν υπάρχει.
Πώς το είχε πει ο ποιητής; «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…». Κι άμα δεν υπάρχει η Ιθάκη; Κούραση. Κούραση, γιατί το ταξίδι πρέπει να συνεχιστεί και χωρίς την Ιθάκη. «Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.» Κι αν η ψυχή σου είναι γεμάτη από Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες και πάντα υπάρχει μέσα σου ένας Ποσειδώνας που μαίνεται ακατάπαυστα; Τότε τι; Τότε κούραση.
Αυτό το αιώνιο ταξίδι χωρίς Ιθάκη, αυτός ο ατέλειωτος αγώνας ενάντια στα τέρατα που ο ίδιος σου ο εαυτός βάζει μπροστά σου το μόνο που φέρνουν είναι αυτή η κούραση. «Και πώς κουράστηκες δηλαδή;», ρωτούν οι αδαείς. «Πώς κουράστηκα;», αναρωτιέσαι εσύ. «Η ζωή είναι κουραστική», σκέφτεσαι. Παρόλα αυτά πρέπει να συνεχίσεις το ταξίδι, γιατί «η ζωή είναι δώρο», ακόμη κι αν εσύ σκέφτεσαι ότι είναι κατάρα, γιατί το ταξίδι πρέπει να συνεχιστεί ακόμη κι αν δεν υπάρχει Ιθάκη, γιατί το ταξίδι είναι που είναι σημαντικό κ.ο.κ. Κι όμως πώς θα μπορέσω να αντιμετωπίσω αυτή την κούραση που βαραίνει τα μέλη μου, την ψυχή μου; Απλό είναι φόρα ένα χαμόγελο. Μην σκέφτεσαι. Απλά προχώρα. Κρύψε την κούραση, καταχώνιασε την μέσα σε ένα μπαούλο με χιλιοτριπλοκλειδωμένες αμπάρες βαθιά μέσα στην ψυχή σου.
Ακόμη καλύτερα. Καταχώνιασε την ίδια σου την ψυχή σε βάθη τέτοια που να μην μπορεί να τα φτάσει ανθρώπου μάτι μήτε νους. Τι την χρειάζεσαι ούτως ή άλλως; Ένα επιπλέον βάρος είναι. Να. Πάρε αυτήν, την ψεύτικη να δείχνεις στους ανθρώπους μπας και υποψιαστούν ότι δεν έχεις ψυχή. Να. Αυτή είναι ελαφριά. Βλέπεις; Δεν σε βαραίνει τόσο όσο η αληθινή. Και η κούραση δεν είναι τόση πολλή πια.
Μπορώ να συνεχίσω το ταξίδι, το χωρίς Ιθάκη μέσα στο καρυδότσουφλο μου που με πάει χωρίς να νοιάζομαι πλέον όπου το σέρνει ο άνεμος της ζωής. Κούραση…Χα. Ποιος χέστηκε;