Ζητιάνα γιαγιά.

Σημερα, καθώς κατέβηκα απο το γραφειο μου να πάρω μια τυρόπιτα προσπέρασα μια γιαγιά. Ξερεις, μια τυπική γιαγιά, αυτη τη γνώριμη που συναντάς στο χωριό. Περιποιημένη, με απλα μαύρα ρούχα, κοντουλα, μπαστούνι, ταλαιπωρημένη απο τα χρονια, Γύρω στα 80. Ηταν όρθια σε μια γωνία εξω απο τον Σκλαβενίτη στον οποιο θα έμπαινα. Καθώς την προσπερνούσα με πολυ άχνη και λεπτή φωνή έλεγε: εχω ανάγκη — εχω ανάγκη. Το βλέμμα της φαινόταν λιγο χαμένο. Σάστισα για λιγο και προσπαθούσα να επεξεργαστώ αυτη την εικόνα. Δεν μπορούσα. Τι ανάγκη εχει; Γιατι ειναι εδω; Γιατι δεν ειναι σπίτι της σαν τις γιαγιάδες ολες; Τι της εχει συμβεί; Ρε μήπως ειναι σαν αυτες οι οποίες ειναι τρελές και εχουν 2–3 εκατομμύρια σπίτι; Της εχει σαλέψει….; Καθώς έμπαινα στο Σκλαβενίτη έριχνα ματιές. Την παρατηρούσα. Πάλι έβλεπα το πρόσωπο της. Αρχίζω και συγκινούμαι. Σκέφτομαι πως δεν της αξίζει. Τι να κανω; Δεν μπορούσα να σκεφτώ κατι, βιάζομαι να γυρίσω στο γραφειο εχω δουλειά. Προσπάθησα να μπω στη θέση της. Σε περίπτωση που δεν ειναι τρελή και δεν εχει εκατομμύρια τι να κανω; Κατι έπρεπε να κανω. Γαμωτο γιατι τωρα να εχω μπλεχτεί ετσι; Τι σκατα…. Εχω 100 πράγματα να κανω σημερα δεν εχω χρονο να ασχοληθώ με τίποτα αλλο. Ένιωσα τύψεις. Περιμένοντας στην ουρά μου δινόταν και άλλος χρόνος να νιώθω ένοχος. Δεν ξέρω γιατι…. Μια γαμημενη τυρόπιτα κατέβηκα να πάρω.. Τι θα θέλατε; ήρθε επιτέλους η σειρα μου. Εεε μια τυρόπιτα. Βασικα δώστε μου δυο. Αφου τις πήρα, άρπαξα και δυο χυμούς. Πάω ταμείο,πληρώνω, βγαίνω απο το Σκλαβενίτη. Για να πάω γραφειο έπρεπε να περάσω απο μπροστα της. Την πλησιάζω. Τα ιδια λόγια, το ίδιο βλέμμα. Η ιδια ασθενική φωνούλα. Της δίνω τη μια τυρόπιτα, τον ενα χυμό. Πανω μου είχα 60 λεπτα. Της τα δίνω και αυτα. Την ευχή μου να εχεις παιδι μου μου ειπε περίπου 5–6 φορές. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα. Ηθελα να την αγκαλιάσω, να την προστατέψω, ηθελα να ειναι σαν τη δική μου γιαγιά. Έφυγα, back to work.

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.