Διαπραγμάτευση αντί εργασίας
Κάνοντας μια σύντομη αλλά όχι βιαστική αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδας θα δούμε τη χώρα να βασίζεται σε ένα ασαφές αναπτυξιακό πρότυπο του οποίου το παραγόμενο προϊόν δεν ήταν αρκετό ούτε να ταΐσει το ντόπιο πληθυσμό, όχι να οδηγήσει μια χώρα σε αναπτυξιακή πορεία.
Τη διαφορά από μια υποσιτιζόμενη χώρα σε μια χώρα που συγκλίνει με τον Ευρωπαϊκό ή τον Δυτικό μέσο όρο την έκανε το χρήμα που ερχόταν απέξω. Είτε ως αμερικάνικη βοήθεια, είτε ως πακέτα Ντελόρ και Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, είτε ως επιδοτήσεις, είτε ως ΈΣΠΑ αλλά σε κάθε περίπτωση άσχετα με την παραγωγική μας δυνατότητα ή επέκταση.
Το πόσο χρήμα αλλά κυρίως το πώς θα διανεμηθεί ήταν η αγωνία του πολιτικού κόσμου της πατρίδας μας και όχι πως θα παράξουμε χρήμα από δική μας δραστηριότητα. Οι αυξήσεις δε δίνονταν βάσει απόδοσης αλλά βάσει διαπραγμάτευσης. Ζόριζε ο εργαζόμενος τον εργοδότη (κράτος), έδινε την αύξηση ο εργοδότης και έπαιρνε τα αντίστοιχα δανεικά για να καλύψει την τρύπα του προυπολογισμού. Οι περιπτώσεις των αγροτικών κινητοποιήσεων εμπίπτουν στην παραπάνω διαδικασία.
Ακόμα και σήμερα όμως, δεν υπάρχει κανένα απολύτως πολιτικό κόμμα που να δείχνει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι η διαπραγμάτευση με τους έξω αλλά η παραγωγική ανάπτυξη της χώρας.
Είναι απολύτως αναγκαίο να γίνει αντιληπτό ότι η εποχή που είχαμε αντικαταστήσει την εργασία με τη διαπραγμάτευση πέρασε. Αντί να κάνουμε αγώνα για το ποίος θα σκίσει τα μνημόνια στα Ζάππεια ή θα τα καταργήσει με ένα νόμο και ένα άρθρο και άλλα τέτοια χαριτωμένα που έληξαν πιο γρήγορα και από τα γιαουρτάκια, θα έπρεπε να επιτελεία των κομμάτων να δίνουν αγώνα για το πιο άμεσα εφαρμόσιμο αναπτυξιακό σχέδιο σε μάκρο- και μίκρο- κλίμακα.