Είμαι αυτή που είμαι…

Who are you? Have you ever wondered if the others see you as you see yourself? Would you ever let others define you? And how far would you go to claim your rights? This is the story of Nancy as she recounts her journey towards self-knowledge…

«Είμαι αυτή που είμαι! Και αν γεννιόμουν ξανά και είχα την επιλογή δεν θα άλλαζα τίποτα» δηλώνει πλέον με σιγουριά η Νάνσυ, ερωτώμενη τι θα άλλαζε στην ζωή της εάν είχε την ευκαιρία.

Η Νάνσυ είναι ένα διεμφυλικό άτομο που ζει στην Αθήνα όλη της τη ζωή. Γεννήθηκε με σώμα άντρα αλλά η ίδια πάντοτε ένιωθε άβολα με το γενετήσιο φύλο της. Έχει αντιμετωπίσει ως παιδί και συνεχίζει να αντιμετωπίζει ως ενήλικας πολλά προβλήματα στην προσπάθειά της να αλλάξει την ζωή της και να κυνηγήσει την ευτυχία και παρά τις δυσκολίες αυτές ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για τα δικαιώματα αυτής καθώς και άλλων διεμφυλικών ατόμων, όντας δραστήριο μέλος οργανώσεων υποστήριξης της διαφορετικότητας αυτής.

Πλέον, στα 35 της χρόνια είναι πλήρως συνειδητοποιημένη με την ταυτότητα του φύλου της και είναι σε θέση να υπερασπίζεται να δικαιώματά της, όπως η ίδια αναφέρει. Το πρόσωπό της είναι ήρεμο και η ίδια φαίνεται πλήρως ικανοποιημένη και εγκλιματισμένη στον χώρο εργασίας της. Κινείται με άνεση και αυτοπεποίθηση μέσα στο χώρο και δεν διστάζει να ανοίξει κουβέντα με τους πελάτες.

Τα τελευταία 5 χρόνια εργάζεται σε ένα κλαμπ σε κεντρικό μέρος της Αθήνας. Θεωρεί τους ανθρώπους με τους οποίους εργάζεται οικογένειά της. «Με αποδέχθηκαν όπως είμαι και μπορώ να είμαι ο εαυτός μου ανάμεσά τους». Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, όπως αναφέρει της έχει σταθεί περισσότερο από οικογένεια της. «Εάν δεν υπήρχε εκείνος θα ήμουν ακόμη στους δρόμους», παραδέχεται με έντονο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης στα μάτια της. «Δεν θέλω να ακουστώ υπερβολική ή προκατειλημμένη αλλά στην συντηρητική κοινωνία της Ελλάδας άτομα σαν εμένα σπάνια βρίσκουν κατανόηση και αποδοχή, πόσο μάλλον υποστήριξη. Το γνωρίζω καλά γιατί το έχω βιώσει».

Ως διεμφυλικά ή φυλομεταβατικά ή πιο γνωστά ως τρανσέξουαλ άτομα χαρακτηρίζονται εκείνα που έχουν ταυτότητα φύλου(κοινωνικό ή αλλιώς εκφραζόμενο φύλο) που δεν συμφωνεί με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά την γέννησή τους (γενετήσιο φύλο). Ως εκ τούτου, σε αυτά τα άτομα εμφανίζεται από μικρή ηλικία μια «δυσφορία του φύλου». Τα συμπτώματα της διαταραχής ταυτότητας του φύλου εκδηλώνονται σε εξαιρετικά νεαρή ηλικία. Τα παιδιά εμφανίζουν έντονη και επίμονη επιθυμία ταυτοποίησης με το αντίθετο φύλο η οποία γίνεται εμφανής τόσο με τον τρόπο ένδυσης και συμπεριφοράς όσο και με ισχυρισμούς απέχθειας προς την προσωπική τους σεξουαλική ανατομία. Το άτομο βιώνει έντονη ενόχληση και προβλήματα στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητάς του, με αποτέλεσμα την εμφάνιση άβολων συναισθημάτων σχετικά με το βιολογικό φύλο στο οποίο γεννήθηκε όπως άγχος, ανασφάλεια και αμφιβολία. Τα διεμφυλικά άτομα προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισορροπία και αίσθηση ευχαρίστησης σχετικά με την δική τους ταυτότητα φύλου, συχνά, χρειάζονται κάποια βοήθεια και υποστήριξη από άτομα ειδικευμένα σε σεξουαλικά θέματα. Σε κάποιες περιπτώσεις η ισορροπία αυτή επέρχεται όταν το άτομο ντύνεται και ζει την καθημερινότητά του όπως το φύλο το οποίο θα επιθυμούσε να είναι. Σε κάποιες άλλες όμως περιπτώσεις η διαδικασία αυτή ακολουθείται από συστηματική ορμονοθεραπεία και άλλου τύπου παρεμβάσεις προς αλλαγή της εξωτερικής του εμφάνισης και πολλές φορές η προσπάθεια αλλαγής καταλήγει σε χειρουργική επέμβαση που θα αλλάξει μόνιμα και ριζικά το ανατομικό φύλο.

Παιδικές αναμνήσεις

Η Νάνσυ γνώριζε την διαφορετικότητά της από τότε που μπορεί να θυμηθεί τον εαυτό της. Ως μικρό παιδί ένιωθε έντονη δυσφορία με τα γεννητικά της όργανα αλλά και άγχος επειδή καταλάβαινε πως κάτι δεν πηγαίνει καλά. Ποτέ δεν ένιωσε σαν αγόρι, αντιθέτως, από παιδί είχε την επιθυμία να ντύνεται με γυναικεία ρούχα, να παίζει με παιχνίδια που θεωρούνται «κοριτσίστικα» και να υιοθετεί είδη συμπεριφορών και αντιδράσεων που στερεοτυπικά θεωρούνται περισσότερο «θηλυκές».

Στο σχολείο αντιμετώπιζε συνεχώς έντονες αντιδράσεις από τους συμμαθητές της. «Όσο κι αν προσπαθούσα να το κρύψω, και μόνο από τους τρόπους μου φαινόταν πως είμαι διαφορετική, και αυτό ενοχλούσε». Αναγκάζεται να βιώσει τον κοινωνικό αποκλεισμό ήδη από το δημοτικό. Αλλάζει σχολείο τέσσερις φορές μέχρι την αποφοίτηση, αλλά βλέπει την ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται συνεχώς. Δεν άνηκε πουθενά. Σε καμία παρέα, σε καμία ομάδα. Ο μόνος λόγος για τον οποίο τα υπόλοιπα παιδιά της απηύθυναν τον λόγο ήταν για να την κοροϊδέψουν ή να την προσβάλλουν. «Δεν έχω κάποια θετική ανάμνηση από τα παιδικά μου χρόνια» είναι τα ακριβή λόγια της Νάνσυ καθώς αδυνατεί να ανακαλέσει έστω και μία χαρούμενη ανάμνηση από τα σχολικά και νεανικά της χρόνια. Το μόνο που μπορεί να θυμηθεί μέχρι και σήμερα είναι ο φόβος της να πηγαίνει στο σχολείο κάθε μέρα και η προσπάθειά της να περνά απαρατήρητη περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι και να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι της.

Αλλά και η κατάσταση που επικρατούσε πίσω στο σπίτι δεν ήταν καλύτερη. Καθημερινά είχε να αντιμετωπίζει τους γονείς της οι οποίοι της φέρονταν με αντίστοιχο τρόπο. Και οι δύο άτομα λαϊκά, με ανύπαρκτη μόρφωση. Η μάνα της νοικοκυρά και ο πατέρας της οικοδόμος. Το γεγονός ότι μεγαλώνει σε γειτονιά των δυτικών προαστίων της Αθήνας ίσως εξηγεί λίγο περισσότερο την εμμονή των γονιών της να «γιατρέψουν» τον άρρωστο γιό τους με φόβο να μην αντιληφθούν κάτι οι γείτονες. Η Νάνσυ αρχίζει να γεύεται το συναίσθημα της απόρριψης από την οικογένειά της ήδη από τα δέκα της χρόνια. Οι γονείς της παρατηρούν την ιδιαιτερότητα του παιδιού τους και αποφασίζουν να της «δείξουν» με κάθε τρόπο πως η ανωμαλία της δεν είναι αποδεκτή. Η σωματική βία που θα υποστεί από τον πατέρα της επανειλημμένως θα έχει καθοριστική επίδραση στην μετέπειτα εξέλιξή της και τις επιλογές της.

Στην Ελλάδα σήμερα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, υπάρχουν πολλές παρανοήσεις σχετικά με τα διεμφυλικά παιδιά. Πολλοί πιστεύουν πως τα παιδιά είναι πολύ μικρά για να γνωρίζουν την ταυτότητα του φύλου τους, ή ότι είναι μια ασθένεια που οφείλεται σε λάθη στη συμπεριφορά των γονιών και πως εάν καταφέρουμε να κάνουμε ένα τρανσέξουαλ παιδί να συμπεριφέρεται σαν φυσιολογικό αγόρι ή κορίτσι το πρόβλημα θα λυθεί. Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά αποκτούν ολοκληρωμένη αντίληψη της ταυτότητας του φύλου τους κατά την ηλικία των δύο με τριών ετών. Ωστόσο ο σεξουαλικός διμορφισμός του εγκεφάλου εμφανίζεται όταν ακόμη το έμβρυο είναι στην μήτρα, ως αποτέλεσμα της έκθεσης ή μη έκθεσης σε συγκεκριμένους ορμονικούς παράγοντες. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία απόδειξη πως το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον ασκεί κρίσιμη επίδραση στην ταυτότητα του φύλου ή του γενετήσιου προσανατολισμού ενός παιδιού. Σε κάθε περίπτωση ο γονιός ενός διεμφυλικού παιδιού πρέπει να αντιληφθεί ότι έχει δύο μόνο επιλογές, είτε να αποδεχθεί το παιδί του είτε να το χάσει. Κάθε προσπάθεια «διόρθωσης» ενός τέτοιου παιδιού μόνο δυσάρεστα αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Καναδού David Reimer, ο οποίος γεννήθηκε αγόρι αλλά μεγάλωσε ως κορίτσι λόγω μίας κακότεχνης περιτομής. Στην περίπτωσή του, η πίεση και ο εξαναγκασμός από την οικογένειά του να μπει σε ένα πλαίσιο φύλου που δεν χωρούσε του δημιούργησε πολυάριθμα ψυχολογικά προβλήματα που οδήγησαν τον David στην κατάθλιψη και τελικά στην αυτοχειρία σε ηλικία μόλις 38 ετών.

Η Νάνσυ βιώνοντας από τόσο μικρή ηλικία την σκληρή στάση των ανθρώπων που την περιβάλλουν, τόσο στο σχολικό όσο και στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, αρχίζει να εμφανίζει έντονα σημάδια κατάθλιψης και κλείνεται στον εαυτό της. Ήδη από την ηλικία των 12 χρόνων περιθωριοποιείται από τα παιδιά του σχολείου της. Τα διαλλείματα και οι σχολικές διακοπές την βρίσκουν μόνη της, σε κάποια γωνία του σχολείου ή κλεισμένη στο δωμάτιό της. Εφόσον βλέπει πως δεν μπορεί να βρει υποστήριξη από κανέναν αρχίζει να πιστεύει πως εκείνη φταίει για αυτό που της συμβαίνει. Τα χρόνια περνούν και η δυσφορία που νιώθει με το σώμα της αυξάνεται. Το ίδιο βλέπει να συμβαίνει και με τον κοινωνικό της περίγυρο, οι αρνητικές αντιδράσεις και στάσεις αυξάνονται και εντείνονται. Βλέπει πως είναι μόνη και πως κανένας δεν μπορεί ούτε και θέλει να την βοηθήσει. Τότε είναι που αρχίζει, σε ηλικία 15 ετών, να αμφιβάλλει για τον ίδιο της τον εαυτό και να απελπίζεται. «Είχα γίνει ο χειρότερος εχθρός του εαυτού μου. Ήθελα απλά να σταματήσουν όλα αυτά τα άσχημα συναισθήματα. Σκεφτόμουν πως αν εξαφανιζόμουν ή πέθαινα κανένας δεν θα στεναχωριόταν, αντιθέτως θα τους έκανα χάρη».

Οι δύο φίλες

Η ιδέα αυτή δεν της έφευγε από το μυαλό. Τον επόμενο χρόνο τα πράγματα έγιναν χειρότερα. Τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι η Νάνσυ αντιμετώπιζε καθημερινά ολοένα και αυξανόμενα σχόλια και ψυχολογικές πιέσεις. Αποφασίζει να ελαττώσει κι άλλο τις ώρες που περνά έξω από το δωμάτιο της για να αποφύγει επιπλέον δυσάρεστες περιπέτειες. Ώρες κλεισμένη, σαν σε απομόνωση, σκέπτεται ξανά και ξανά τα βήματα που μπορεί να κάνει. Καταστρώνει με το μυαλό της σχέδια και σενάρια διαφυγής που πάντα καταλήγουν στο ίδιο σημείο. Βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η μόνη λύση που μπορεί να σκεφτεί είναι να εξαφανισθεί από όλους και όλα. Η αφορμή δεν άργησε και πολύ. Σε ηλικία πλέον 17 χρόνων η Νάνσυ είχε κάνει δύο φίλες, ήταν αδελφές από τη Θεσσαλονίκη και σπούδαζαν στην Αθήνα. Η Νάνσυ τις γνώρισε τυχαία σε κάποια παραλία της Αθήνας. Οι δύο κοπέλες παρατηρούσαν για κάποια ώρα, όπως παρατηρεί η Νάνσυ, εκείνο το μικρόσωμο τότε αγόρι που καθόταν μόνο του και έκλαιγε σε ένα παγκάκι, και το προσέγγισαν. Από την μέρα εκείνη μαθαίνουν όλη την ιστορία του μικρού παιδιού προσπαθούν να το βοηθήσουν. «Ήταν οι πρώτες φίλες που έκανα ποτέ» δηλώνει με συγκίνηση σήμερα η Νάνσυ αναπολώντας όλες τις στιγμές που της στάθηκαν και την βοήθησαν να νοιώσει ότι άτομα σαν και εκείνη μπορεί και να γίνουν αποδεκτά. Η Νάνσυ προσπαθώντας να αποφύγει οποιαδήποτε προστριβή με τους γονείς της, καθώς το κλίμα στο σπίτι είναι ήδη τεταμένο, περνά πολλές ώρες στο σπίτι των δύο κοριτσιών. Υπήρχαν μέρες που η Νάνσυ δεν πατούσε το πόδι της στο σχολείο. Η διαδρομή της ήταν συνηθισμένη. Έφευγε το πρωί από το σπίτι της, περνούσε ολόκληρη την ημέρα στις φίλες της και γυρνούσε αργά τη νύχτα στο σπίτι της. Η συνήθεια αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους γονείς της. Καβγάδες, φωνές, ξεσπάσματα βίας, ξυλοδαρμοί… Ο πατέρας της έχοντας εξαντλήσει κάθε μορφή λεκτικής αλλά και σωματικής βίας τελικά την διώχνει από το σπίτι.

Μόλις 17 χρόνων, χωρίς κανέναν στον κόσμο, χωρίς λεφτά, με ένα σακίδιο στους ώμους η Νάνσυ βρίσκεται στον δρόμο. Περνά την νύχτα σε ένα παγκάκι κλαίγοντας και μην μπορώντας να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί ή τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον. Μόλις ξημέρωσε η Νάνσυ πηγαίνει να ζητήσει βοήθεια από τα δύο μοναδικά άτομα που ήξεραν την ιστορία της και την είχαν αποδεχτεί. Ακόμη και σήμερα είναι ευγνώμων στις δύο φίλες της, την Σοφία και την Αναστασία, και με κάθε ευκαιρία δεν διστάζει να τους το πει.

«Στα δύο αυτά άτομα, τις φίλες μου οφείλω το ότι ακόμη ζω. Ακούγεται τραβηγμένο, αλλά πίστεψέ με σε εκείνη την περίοδο της ζωής μου, συνειδητοποιώντας ότι δεν έχω κανέναν στον κόσμο, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ως λύση ήταν η αυτοκτονία. Να βάλω τέλος στην ζωή μου και στα βάσανα μου. Εξάλλου δεν θα έλειπα και σε κανέναν». Αν και οι φίλες της προσπαθούσαν να την κάνουν να αισθανθεί καλύτερα και να ξεχαστεί, η Νάνσυ ένιωθε διαρκώς πως γίνεται βάρος. «Βίωνα την χειρότερη περίοδο της ζωής μου. Έκανα τις χειρότερες σκέψεις. Ζούσα συνεχώς μέσα στο άγχος.» Έβλεπε τις φίλες της να σπουδάζουν και να εργάζονται, είχαν τη ζωή τους σε μία τάξη. Κάθε πρωί θα σηκώνονταν νωρίς για να προλάβουν όλες τις δουλειές τους. Η Νάνσυ αντιθέτως είχε παρατήσει τις σπουδές της και είχε αποκοπεί από τον έξω κόσμο. Φοβόταν να βγει από το σπίτι. Αρκούνταν στο να βλέπει τις φίλες της να ζουν όσο εκείνη προσπαθούσε να μαζέψει τα σπασμένα κομμάτια του εαυτού της. Υπήρχαν μέρες που ήταν αφόρητες, μέρες ατέλειωτες, αλλά οι νύχτες ήταν ακόμη πιο δύσκολες. Ο χρόνος πάγωνε, οι αναμνήσεις την έπνιγαν και η απελπισία της γινόταν οργή για τον κόσμο αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Μία τέτοια νύχτα η Νανσύ, χαμένη για ακόμη μία φορά στις σκέψεις της και την απελπισία της, επιχείρησε να βάλει ένα τέλος σε όλα. Η ησυχία και η ηρεμία της νύχτας θα ηρεμούσαν και την βασανισμένη της ψυχή. Οι κοπέλες κοιμόνταν στα δωμάτια τους ενώ η Νανσύ ξάγρυπνη για ένα ακόμα βράδυ έπαιζε με την ίδια της τη ζωή κρατώντας ένα μαχαίρι το οποίο πίεζε με τρεμάμενο χέρι πάνω στις φλέβες της. Αλλά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει έναν πνιχτό ήχο καθώς το μαχαίρι έσκισε τη σάρκα του χεριού της. Έναν ήχο αρκετά δυνατό ώστε να ξυπνήσει τη Σοφία. «Δεν θυμάμαι πολλά έπειτα από εκείνο το περιστατικό. Η Σοφία με βρήκε λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου. Το μόνο που θυμάμαι είναι τα ουρλιαχτά της. Με μετέφεραν σε κάποιο νοσοκομείο και με πρόλαβαν. Μετά θυμάμαι ήρθαν σε επαφή με κάποιες ομάδες υποστήριξης για άτομα σαν και εμένα προκειμένου να με βοηθήσουν» διηγείται με κενό βλέμμα καθώς ανακαλεί αυτές τις σκοτεινές μνήμες.

Εκείνη η ημέρα αποτελεί ορόσημο για την Νάνσυ. Έπειτα από εκείνο το περιστατικό τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Τα κορίτσια επεδίωκαν να περνούν περισσότερο χρόνο με τη Νάνσυ και την παρότρυναν να βγαίνει μαζί τους. Τότε ήταν που η Νάνσυ επιχείρησε για πρώτη φορά να κυκλοφορήσει στον δρόμο ντυμένη ολοκληρωτικά με γυναικεία ρούχα και μέικ-απ και μάλιστα με την παρέα των δύο κοριτσιών. Τα σχόλια των περαστικών και τα έντονα βλέμματα δεν έλειπαν, αλλά η Νάνσυ είχε την αποδοχή των φίλων της και αυτό της έδινε δύναμη και θάρρος. Κάπως έτσι αρχίζει να ανακτά την χαμένη της αυτοπεποίθηση, ένα χρόνο περίπου από τότε που την έδιωξαν οι γονείς της από το σπίτι, και να βγαίνει πιο συχνά από το σπίτι — πάντα ντυμένη ως γυναίκα πλέον. Δεν εξέλειπαν φυσικά πότε τα άσχημα περιστατικά και σε αρκετές περιπτώσεις η Νάνσυ αναγκάζεται να το βάλει στα πόδια για να γλιτώσει από βίαιες καταστάσεις και ξυλοδαρμούς στον δρόμο. Σταδιακά όμως και με επιμονή έμαθε να αποφεύγει τους κινδύνους σε μεγάλο βαθμό. Δεν άλλαξαν οι άνθρωποι προφανώς, άλλαξαν όμως οι ώρες και τα μέρη που η Νάνσυ έβγαινε. «Άρχισα τότε να γνωρίζω μία διαφορετική Αθήνα. Η νύχτα από εχθρός άρχισε να γίνεται φίλος μου. Έμαθα πως τις σωστές ώρες και στα σωστά μέρη θα μπορούσα να κυκλοφορώ λίγο πιο άνετα. Γνώρισα και αρκετούς ανθρώπους εκείνη την περίοδο που και εκείνοι επέλεγαν τις συγκεκριμένες ώρες και τα συγκεκριμένα μέρη για τους ίδιους λόγους. Δεν έβρισκες και σπουδαίες προσωπικότητες εκείνες τις ώρες, αλλά τουλάχιστον υπήρχε μια σιωπηρή αποδοχή ανάμεσά μας… όλοι οι παράταιροι… σαν τους κλέφτες βγαίναμε! Μπορεί να σου ακούγεται συνηθισμένο γιατί όλη η Αθήνα πλέον τις νύχτες γεμίζει από άτομα σαν και εμένα, αλλά σου μιλάω για 16 χρόνια πίσω… ήταν πολύ πιο σπάνιο και πολύ πιο επικίνδυνο»

Οι μέρες περνούσαν και η Νάνσυ νιώθοντας έτοιμη να κάνει κάποιο βήμα με τη ζωή της άρχιζε δειλά να κάνει σχέδια. Αρχικά να πιάσει μια δουλειά για να βοηθήσει στο σπίτι που ήταν ακόμη φιλοξενούμενη. Έπειτα θα έκανε οικονομίες για να προχωρήσει σε ολική αλλαγή φύλου και ιδανικά θα έφευγε στο εξωτερικό. Είχε ακούσει από τους ανθρώπους της νύχτας για μέρη που οι άνθρωποι είναι πιο ανεκτικοί, οπού άτομα σαν και εκείνη έχουν περισσότερα δικαιώματα. Σκοπός της λοιπόν ήταν να το διαπιστώσει και η ίδια.

Η Ελλάδα υστερεί σημαντικά σε επίπεδο ανοχής και προστασίας των διεμφυλικών ατόμων. Επιπλέον, δεν υπάρχει ακριβής καταγραφή τους ούτε στην Ελλάδα αλλά ούτε και διεθνώς. Το ποσοστό των transgender ατόμων θεωρείται μικρό παγκοσμίως αλλά ο αριθμός αυξάνεται γρήγορα κυρίως — δυστυχώς — μέσω της γνωστοποίησης περιστατικών δολοφονικών επιθέσεων ή βίας εναντίον διεμφυλικών ατόμων.

Οι αντιδράσεις αλλά και το μίσος που βίωσε και βιώνει η Νάνσυ είναι ενδεικτικά της στάσης που κρατά η ελληνική κοινή γνώμη απέναντι σε αυτά τα άτομα. «Οι αντιλήψεις που έχει ολόκληρη η ελληνική κοινωνία είναι η πηγή αυτού του μίσους και της βίας. Είμαστε μια υπερβολικά συντηρητική κοινωνία. Αλλά είναι ο τρόπος που οι γονείς και η οικογένεια γαλουχεί τα παιδιά της που ευθύνεται κυρίως για αυτή την νοοτροπία φόβου και μίσους. Στην Ελλάδα δεν είναι το μόνο πρόβλημα η τρανσφοβία αλλά η φοβία και η άρνηση αποδοχής οτιδήποτε ξένου. Και προφανώς τα άτομα που διαφέρουν κυρίως λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή εμφάνισης ή πεποιθήσεων — γενικότερα οι μειονότητες — είναι πάντα οι ομάδες ανθρώπων που τραβούν σαν μαγνήτης όλη αυτή την οργή και το ξέσπασμα βίας επάνω τους. Το μίσος και την βία την έχω βιώσει με κάθε μορφή έκφρασης είτε είναι λεκτική βία είτε σωματική. Άτομα σαν εμένα μαθαίνουν να ζουν στον φόβο και καθημερινά αντιμετωπίζουν βίαιη συμπεριφορά. Ακόμη και όταν περπατούσα απλά στον δρόμο είχα προβλήματα γιατί πολλοί με έβριζαν, πολλές φορές μου είχε τύχει να με ακολουθούν παρέες ατόμων να με ακινητοποιήσουν για να με κακοποιήσουν ή να με απειλήσουν.» Μιλώντας για εκείνες τις δύσκολες μέρες η ταραχή της είναι εμφανής «Άφησε με να ανάψω ένα τσιγάρο και συνεχίζουμε σε λίγο σε παρακαλώ»

Όντως τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί σημαντικός αριθμός περιστατικών δολοφονικών επιθέσεων εναντίον διεμφυλικών ατόμων. Σύμφωνα με στοιχεία της 16ης Διεθνούς Ημέρας Τρανς Μνήμης, από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως και την 1η Οκτωβρίου 2014 έχουν καταγραφεί 1.612 δολοφονίες διεμφυλικών σε 62 χώρες σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας κατέγραψε συνολικά 16 θύματα ρατσιστικής βίας λόγω ταυτότητας φύλου εντός του 2013 και 10 εντός του 2014. Η τρανσφοβία στην ελληνική κοινωνία καλλιεργείται τόσο στα πλαίσια της οικογένειας όσο και από τα ΜΜΕ που καθημερινά μεταδίδουν τρανσφοβικές και ομοφοβικές δηλώσεις πολιτικών και θρησκευτικών παραγόντων που περιγράφουν τα διεμφυλικά άτομα ως ανώμαλα, άρρωστα, ανήθικα και γενικότερα ως κινδύνους για την συνοχή του κοινωνικού ιστού.

Το πεζοδρόμιο

Η εύρεση εργασίας για τη Νάνσυ δεν πήγαινε και πολύ καλά. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι τα διεμφυλικά άτομα είναι πρακτικά — αλλά και θεωρητικά εφόσον το φύλο τους δεν προσδιορίζεται — αποκλεισμένα από την αγορά εργασίας. Όπου και να ζητούσε βοήθεια έβρισκε κλειστές πόρτες. Μοναδική της επιλογή λοιπόν ήταν να στραφεί στα άτομα που γνώρισε κατά τις νυχτερινές της εξόδους. Ανακάλυψε όμως ότι η μόνη προσφερόμενη λύση ήταν να κάνει πεζοδρόμιο. Ήξερε που πήγαινε να μπλέξει και σε καμία περίπτωση δεν το επιθυμούσε αλλά είχε ανάγκη να βγάλει χρήματα, ήταν ο μόνος τρόπος για να καταφέρει να κάνει εκείνες τις πολυπόθητες οικονομίες και να δραπετεύσει στο εξωτερικό, μακριά από όλους και από όλα.

Πριν λοιπόν το καταλάβει βρέθηκε να «περπατά» στους κακόφημους δρόμους της Αθήνας ψαρεύοντας πελάτες πρόθυμους να αγοράσουν για λίγες ώρες ένα σώμα που είχε προσφέρει τόση ντροπή, τόσα προβλήματα και δυστυχία στη Νάνσυ. Ένα σώμα που η ίδια είχε από μικρή αποκηρύξει, που το θεωρούσε βάρος. «Μπορεί να ακούγεται αποκρουστικό, και εγώ αδυνατούσα να το πιστέψω στην αρχή, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσοι «ανώμαλοι» τριγυρνούν εκεί έξω και ψάχνουν ακριβώς αυτό που είχα να προσφέρω». Ήταν απλό. Τους άφηνε να την προσεγγίσουν, της έδιναν χρήματα και τους έδινε αυτό που ζητούσαν. Ωστόσο, η ίδια δεν μπόρεσε να αποκαλύψει την πραγματική της εργασία στις φίλες της. Για εκείνες η Νάνσυ απλά «δούλευε σε ένα μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας οπού σύχναζε υπόκοσμος». Την αλήθεια τους την αποκάλυψε λίγα χρόνια μετά. Γύρω στα 21 της χρόνια αποφάσισε να φύγει από το σπίτι με τη δικαιολογία ότι θα έμενε με κάποια άλλη κοπέλα που δούλευαν μαζί. Το σκεπτικό της ήταν απλό. Η δουλειά γινόταν ζόρικη και πολλοί πελάτες ήταν μάλλον επικίνδυνοι. Από τη μία ήθελε όσο μπορούσε να προστατεύσει τις δύο φίλες της και από την άλλη ντρεπόταν να αποκαλύψει την αλήθεια και φοβόταν την αντίδρασή τους. Προς το παρόν θα προσπαθούσε να απομακρυνθεί για λίγο.

Η Νάνσυ άρχισε να μπαίνει βαθειά μέσα στη νύχτα. Γνώριζε ανθρώπους και κυκλώματα. Έναν περίπου χρόνο αφότου έφυγε από το σπίτι είχε και την πρώτη της εμπειρία με ναρκωτικές ουσίες. Η ίδια απέφευγε να κάνει εκτεταμένη χρήση βαρέων ουσιών, αλλά πολλοί πελάτες της συνήθιζαν να κάνουν χρήση πριν ή και κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Η Νάνσυ άρχισε να νοιώθει έντονη απέχθεια προς αυτόν τον τρόπο ζωής κάποια χρόνια μετά.

Ήταν γύρω στα 25 και από τα χρήματα που της είχε προσφέρει το πεζοδρόμιο είχε ήδη αρχίσει να παίρνει κάποιες ορμόνες, όταν συνέβη ένα περιστατικό που την έκανε να αντιληφθεί με τον πλέον άσχημο τρόπο τους κινδύνους που διέτρεχε όσο συνέχιζε αυτόν τον τρόπο ζωής. Έκανε πεζοδρόμιο με την φίλης της, η οποία ήταν επίσης τρανσέξουαλ, όταν σταμάτησαν με το αυτοκίνητο δύο νεαροί, εμφανώς μεθυσμένοι και κατά πάσα πιθανότητα χρήστες ουσιών. Φαίνονταν δύο τυπικοί πελάτες. Η διαδικασία ήταν απλή και συνηθισμένη. Μπήκαν και οι δύο στο αυτοκίνητο και τις οδήγησαν στο σπίτι τους. Οι απλοί αυτοί πελάτες όμως αποδείχθηκε ότι προσποιούνταν τους πελάτες. Η Νάνσυ και η φίλη της εκείνο το βράδυ έπεσαν θύματα ρατσιστικής βίας. Οι υποτιθέμενοι πελάτες τις έδεσαν και τις βασάνισαν άγρια. «Μου είναι πραγματικά δύσκολο να σου μιλήσω για εκείνη την νύχτα. Κλαίγαμε και παρακαλούσαμε να μας λυπηθούν. Νόμιζα πως θα πεθάνω εκείνη τη νύχτα.». Οι δράστες ξυλοκόπησαν και βασάνισαν τα θύματά τους μέχρι εκείνα να χάσουν τις αισθήσεις τους. Το επόμενο πρωί η Νάνσυ ξύπνησε σε άθλια κατάσταση, γεμάτη πληγές και αίματα, πεταμένη δίπλα σε έναν δρόμο. Η φίλη της ήταν εξαφανισμένη και δεν την ξαναείδε ποτέ από εκείνο το βράδυ. Το συμβάν αυτό ήταν και το καμπανάκι που ξύπνησε τη Νάνσυ οριστικά και αποτέλεσε την αφορμή για αλλαγή πλεύσης.

Η Νάνσυ επικοινώνησε ξανά με την Σοφία και την Αναστασία, τις δύο φίλες της, και τότε τους αποκάλυψε όλη την αλήθεια, για την ζωή της τα τελευταία χρόνια, το πεζοδρόμιο, τα ναρκωτικά και τέλος για το περιστατικό…

Καινούρια αρχή

Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν την Νάνσυ στην απόφαση να αφήσει πίσω της το παρελθόν και να ξεκινήσει για ακόμη μία φορά από την αρχή. Στράφηκε σε ομάδες υποστήριξης διεμφυλικών ατόμων. Αυτή τη φορά όχι μόνο για δική της υποστήριξη, αλλά για να αναλάβει και η ίδια ενεργό δράση. Μέχρι και σήμερα η Νάνσυ είναι ενεργή ακτιβίστρια και έχει βοηθήσει με την εμπειρία της και άλλα διεμφυλικά άτομα. Την σημερινή της δουλειά την βρήκε μέσω των δύο φίλων της. Ο ιδιοκτήτης του κλαμπ στο οποίο εργάζεται έμαθε την ιστορία της Νάνσυ και τις περιπέτειές της και αποφάσισε να την στηρίξει παρά τις δυσκολίες που συνεπάγεται και για τον ίδιο αυτή του η πράξη.

Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της η Νάνσυ έχει προχωρήσει αρκετά και με την ορμονοθεραπεία ενώ έχει βάλει πλώρη για ολική αλλαγή φύλου. «Στην Ελλάδα είμαστε ακόμη πολύ πίσω όσον αφορά σε θέματα ισότητας. Με χαροποιεί που γίνονται θαρραλέα βήματα προς την αναγνώριση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων για την LGBTQ κοινότητα και είμαι περήφανη που αποτελώ έστω και μικρό μέρος της αλλαγής αυτής. Πρόσφατα ψηφίστηκε και στην Ελλάδα νόμος για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των τρανσέξουαλ στον χώρο εργασίας. Είναι ένα εξαιρετικό βήμα καθώς μέχρι τώρα οι περισσότεροι από εμάς εξωθούνταν στην πορνεία προκειμένου να κάνουν βιοπορισμό».

Όσον αφορά το μέλλον η Νάνσυ ξέρει καλά ότι ο δρόμος θα είναι δύσκολος και ότι σε κάθε στροφή θα περιμένουν δυσκολίες. Αλλά όπως δηλώνει θα συνεχίσει να αγωνίζεται για εκείνη αλλά και για καθένα που δεν έχει τη δύναμη να αγωνιστεί μόνο του.

«Ακόμη ψάχνω την ευτυχία… Έχω ακούσει από τους ανθρώπους της νύχτας για μέρη που οι άνθρωποι είναι πιο ανεκτικοί, οπού άτομα σαν και εμένα έχουν περισσότερα δικαιώματα. Αλλά έχω ακούσει και από ανθρώπους της μέρας για μέρη που οι άνθρωποι υποφέρουν και διώκονται για τα δικαιώματα τους. Σκοπός μου λοιπόν είναι να το διαπιστώσω και η ίδια»

Η Νάνσυ είναι ένα διεμφυλικό άτομο που ζει στην Αθήνα όλη της τη ζωή. Γεννήθηκε με σώμα άντρα αλλά η ίδια πάντοτε ένιωθε άβολα με το γενετήσιο φύλο της. Έχει αντιμετωπίσει ως παιδί και συνεχίζει να αντιμετωπίζει ως ενήλικας πολλά προβλήματα στην προσπάθειά της να αλλάξει την ζωή της και να κυνηγήσει την ευτυχία και παρά τις δυσκολίες αυτές ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για τα δικαιώματα αυτής καθώς και άλλων διεμφυλικών ατόμων.

Παρά τις δυσκολίες δηλώνει: «Είμαι αυτή που είμαι! Και αν γεννιόμουν ξανά και είχα την επιλογή δεν θα άλλαζα τίποτα!».

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.