Oh

Συναντηθήκαμε σ’ένα καφέ κάτω απ’την Ακρόπολη, στον πλακόστρωτο δρόμο. Είχα χωθεί στη γωνιά ενός καναπέ και χάζευα το ψιλόβροχο όσο σε περίμενα. Είχα μαζί μου κι ένα βιβλίο.

Κάθε φορά που κάποιος έμπαινε απ’ την πόρτα τον παρατηρούσα μα κανείς τους δε σου έμοιαζε. Αυτό μόνο ήξερα κι ας μην είχα δει ποτέ το πρόσωπό σου. Φανταζόμουν πως μόλις σε αντικρύσω κάτι θα νιώσω — κάτι σαν ρεύμα ηλεκτρικό κάτω απ’ το δέρμα, κάτι σαν τάση για εμετό, κάτι σαν ζάλη.

Γύρισα και χάζεψα πάλι με τη βροχή. Το βιβλίο ήταν ένα ανθολόγιο Γάλλων ποιητών που ίσως αργότερα ξεχνούσα στο αυτοκίνητό σου. Είχα βάλει σκοπό να σε πείσω ότι τελικά οι ποιητές τα ξέρουν όλα για να σταματήσεις έτσι να μισείς την ποίηση. Γύρισα στο κεφάλαιο του Ρεμπώ για να περάσω λίγο την ώρα μου. Σε είδα με την άκρη του ματιού μου να έρχεσαι και να κάθεσαι δίπλα μου. Είχες μαζί σου και μια εφημερίδα. Αναρωτήθηκα αν ένιωσες κάτι — κάτι σαν ρεύμα ηλετρικό κάτω απ’ το δέρμα, κάτι σαν τάση για εμετό, κάτι σαν ζάλη.

Η σερβιτόρα ήρθε και παραγγείλαμε κι οι δυο καφέ. Δεν μιλήσαμε. Καθήσαμε έτσι αμίλητοι, ρουφώντας τον καφέ μας λες και γνωριζόμασταν χρόνια — εγώ διαβάζοντας Ρεμπώ κι εσύ τα νέα.

Οι παρουσίες μας πάλλονταν στον αέρα τεντώνοντας τα δάχτυλα για να συναντηθούν μα δεν έφταναν κι ήταν κι αυτό ένα μικρό μαρτύριο. Ναι, κάτι μέσα μας αρνούνταν σχεδόν πεισματικά, λες κι αν ερχόμασταν κοντά τα κύτταρά μας θα ενώνονταν προκαλώντας καποια πυρηνική έκρηξη που θα αφάνιζε τον μισό πλανήτη.

Πίσω απ’τα ρομαντικά λόγια του Ρεμπώ έστεκες σαν ο μεγάλος δυνάστης, ο μεγάλος αμετανόητος και κατάφρων. Κι εγώ… καταλάβαινα. Πάντα θα καταλάβαινα. Κι οι ποιητές — κι εκείνοι.

Πληρώσαμε και φύγαμε. Ναι, αν μας έβλεπε κάποιος θα νόμιζε πως γνωριζόμαστε χρόνια.

To be continued maybe

One clap, two clap, three clap, forty?

By clapping more or less, you can signal to us which stories really stand out.