Εντελέχεια (7,47)

Πρέπει να ήταν γύρω στις 7:00. Γύρναγε από κάπου, δεν έχει πολύ σημασία. Πάντα με το τσιγάρο να κρέμεται και να διστάζει στο βάθος του σκοταδιού. Ήταν Μάρτης, κάπως άνοιγε η μέρα, δεν το λες και νύχτα. Περνούσε από αυτό το γραφείο, το οποίο μαγνήτιζε τα μάτια του αβίαστα και αδιάφορα, ενώ έδινε σημασία μονάχα στα ρούχα που άλλαζε η γραμματέας κάθε μέρα. Ράθυμα πληκτρολογώντας νούμερα και λέξεις δίχως νόημα. Ήταν αυτός ο δρόμος που βάδιζε τρεις φορές την εβδομάδα, από ένα μέρος χωρίς όνομα και ταυτότητα. Ο εγκέφαλος του, κραυγαλέα μα με απόλυτη ησυχία, έσφιζε και έπηζε τις σκέψεις του. Νιώσε τον θρήνο των λέξεων που ήθελαν να βγουν και δεν τις άφησες. Έτσι ένιωθε και αυτός, κάθε μίζερη νύχτα που φλέρταρε με τον θάνατο. Αντικείμενα, αυτοκίνητα, το σύμπαν απλά γίνονταν μια λευκή ανούσια λωρίδα νωχελικής απάθειας. Απλά πέρναγαν από το ονειρόπολο βλέμμα του. Θα είχε συναντήσει πυχτό αίμα και ένα γνώριμο κενό. Όσο το πεζοδρόμιο απλώνεται και αναλώνεται, με κάθε βήμα και κάθε σκέψη που αναστενάζει κούραση, τα σημάδια της πόλης του έδειχναν τον δρόμο που δεν ήθελε να δει. Όταν ο εγκέφαλος ραγίζει και κλαίει, όσο το αίμα αδιαφορεί για την ύπαρξη, ο οργασμός των σκέψεων διαχέεται στην άυλη ύλη. Αν παρατήρησες ότι δεν ανέφερα όνομα και ήμερα, είναι γιατί κουράστηκαν να υπάρχουν. Ο δρόμος είναι ένα κενό, η σε οδηγεί σε αυτό. Ένα απλό παιχνίδι σκέψης.

(ζεις ή απλά επιβιώνεις)

Show your support

Clapping shows how much you appreciated ƨiqɒɿuoƨT ƨiɿɘƚʇɘ⅃’s story.