Που θα γεννιέται και πού θ’ ανατρέφεται η αγάπη;

Μια φορά κι έναν ανήσυχο καιρό ..



Μια φορά κι έναν ανήσυχο καιρό, η Δικαιοσύνη, μεγαλόπρεπη κι επιβλητική, θεάθηκε να κάθεται μόνη, στο κατώφλι τ’ ουρανού. Tην είδε ο Xρόνος και την πλησίασε:

Τι συμβαίνει; τη ρώτησε με έγνοια.

Έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του, κι εκείνος διέκρινε στο βάθος του μια κηλίδα στεναχώριας.

-Ανησυχώ! του απάντησε με σοβαρότητα. Είναι πολλή η ελευθερία εκεί κάτω… είναι πάρα πολλή και δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μαζί της. Ένας ορμητικός χείμαρρος είναι και παρασέρνει ό,τι αγνό βρίσκει στο πέρασμα του. Οι άνθρωποι, πολύ ελεύθερα αδικούν… εξαπατούν, κακοκαρδίζουν, καταστρέφουν ο ένας τον άλλο.

Εκείνοι όμως… εκείνοι είναι διαφορετικοί. Με υπολογίζουν… ακόμη. Με προστατεύουν… ακόμη, με θέλουν μέσα στη ζωή τους… ακόμη. Αν περάσεις και διαβείς ανάμεσα στις αυθεντικές σκέψεις τους και στα χιλιόχρωμα συναισθήματα τους, θα με συναντάς πάντοτε στην πρώτη γραμμή, να διαφεντεύω και να φυλάω την ύπαρξη τους.

Έσκυψε το κεφάλι της και άφησε τη ματιά της να πλανηθεί πάνω στ’ αγέρωχα βουνά, να σεργιανίσει ανάμεσα στις κορυφές των πανύψηλων δέντρων, να βουτήξει μέσα στις θάλασσες και στους ωκεανούς κι ύστερα ν’ αναδυθεί για να δει… να δει στεριά! Ταραζόταν κάθε φορά που τους εντόπιζε να κινούνται ανάμεσα στους υπόλοιπους ανθρώπους.

Ας γνώριζαν τουλάχιστον πως η μεγαλύτερη αδυναμία τους είναι η … (σε εξέλιξη…)

(σε εξέλιξη…)

Lexicolors Website

Official Blog — Twitter — Instagram — WordPress — Medium — Youtube

#literature