Όταν η Beyoncé γράφει ιστορία, κάποιοι τη βλέπουν να πέφτει

Οι γυναίκες, η ποπ κουλτούρα και τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης

1. Η πτώση της Beyoncé

Πριν λίγες μέρες, καθώς περιηγόμουν στην ιστοσελίδα του Πολίτη, κατέληξα κάπως τυχαία σε ένα άρθρο με τίτλο “Η θεαματική τούμπα της Beyonce (vid)”. Θέμα του άρθρου ήταν η πτώση της Beyoncé επί σκηνής κατά τη διάρκεια της δεύτερης παράστασής της στο φεστιβαλ Coachella τον περασμένο μήνα. Αναρτημένο μάλιστα ήταν και ένα σχετικό video ντοκουμέντο της πτώσης αυτής.

Όπως οποιοσδήποτε με οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την ποπ κουλτούρα, όταν θέλω να ενημερωθώ για κάτι σχετικό, δεν απευθύνομαι στα κυπριακά μέσα ενημέρωσης, τα οποία είτε αδυνατούν να καταλάβουν τη σημασία που η παγκόσμια ποπ κουλτούρα μπορεί να έχει, είτε στρεβλώνουν αυτή τη σημασία, μειώνοντας ό,τι φαντάζει “ποπ” σε πηγή για clickbait κουτσομπολίστικα μίνι άρθρα ή μονόλεπτα τηλεοπτικά ρεπορτάζ, αυτά που χρησιμεύουν για να γεμίσει ο τηλεοπτικός χρόνος του δελτίου ειδήσεων. Έτσι κι αυτή τη φορά, όταν ο πλανήτης σειώταν από την παρουσιάση της Beyoncé στο Coachella, δε διανοήθηκα να δω αν ή πώς τα κυπριακά media θα κάλυπταν το θέμα. Άλλωστε, αμέσως μετά την πρώτη από τις δυο παραστάσεις, στις 14 Απριλίου, αρκούσε να μπω στο Twitter, και τα νέα έρεαν άφθονα.

Μερικές από τις μεγαλύτερες αγγλόφωνες εφημερίδες είχαν μεγάλα και λεπτομερή άρθρα που εγκωμίαζαν την Beyoncé και την παράσταση. Η Αγγλική Guardian δημοσίευσε, την ίδια κιόλας μέρα, ένα άρθρο με τίτλο “Beyoncé at Coachella review: Greatest star of her generation writes herself into history”, δίνοντας στην παράσταση 5 αστέρια και εξηγόντας ότι η παράσταση αυτή είχε να κάνει όχι μονάχα με την μουσική, όχι μονάχα με την Beyoncé, αλλά με το μεγαλείο της μαύρης κουλτούρας, του μαύρου ταλέντου και της μαύρης κοινότητας, με τη δύναμη των γυναικών και τη γυναικεία αλληλεγγύη. Η Atlantic επικεντρώθηκε στο πολιτικό υπόβαθρο της παράστασης, στα δημοκρατικά μηνύματά της, στις αναφορές σε θεσμούς που εδώ και χιλιετίες δείχνουν το μεγαλείο της μαύρης αριστείας: από το Νουβιακό βασίλειο μέχρι την χιπ χοπ του Αμερικανικού Νότου και τα ιστορικά μαύρα Αμερικανικά πανεπιστήμια. H New York Times αναφέρει την εμψύχωση της μαύρης γυναίκας ως κεντρικό άξονα της παράστασης, την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα φόρο τιμής στους προγόνους και ως τη συνέχεια ενός μεγαλύτερου πολιτισμικού έργου. Το Dazed, που αποκαλεί την Beyoncé ως την πιο ριζοσπαστική και δυναμική ποπ καλλιτέχνη της εποχής μας, ανιχνεύει μερικές από τις αναφορές που η παράσταση εμπεριέχει, όπως για παράδειγμα στην Αιγυπτιακή μυθολογία και στον Αφροαμερικανικό ακτιβισμό.

Όταν άρχισα να γράφω το άρθρο αυτό, δεν ήταν σκοπός μου να μιλήσω για τις δυο παραστάσεις της Beyoncé, όυτε και για το τι λέχθηκε γι’αυτές ανά τον πλανήτη, αλλά να βάλω κάτω τις σκέψεις μου σχετικά με το συγκεκριμένο άρθρο. Ήθελα να καταλάβω τα νοήματα που κρύβονται πίσω από τον τίτλο, το περιέχομενο, και τη γλώσσα του άρθρου. Διερωτόμουν τι ακριβώς σημαίνει η επιλογή να δημοσιεύσει κανείς ένα τέτοιο άρθρο παρά ένα σοβαρό άρθρο για μια τόσο σημαντική παράσταση (τόσο σημαντική, που απέκτησε αμέσως τη δική της σελίδα στη Βικιπαίδια). Με ενδιέφερε ιδιαίτερα η θεματική επιλογή, η επιλογή της τούμπας, της πτώσης, του λάθους της Beyoncé σε μια κατά τα άλλα άψογη παρουσίαση, που οι περισσότεροι κριτικοί μουσικής συμφώνησαν ομόφωνα ότι έγραψε ιστορία.

Τι είναι αυτό που ενδιαφέρει, που σαγηνεύει τον ανώνυμο αρθρογράφο του Πολίτη, και τι είναι αυτό που ο αρθογράφος πιστεύει ότι θα σαγηνεύσει τον αναγνώστη του; Και τι μας λέει αυτη η σαγήνη που καλούμαστε να νιώσουμε προς το μικρό λάθος αυτής της υπέρμετρα ταλαντούχας γυναίκας, της πρώτης έγχρωμης γυναίκας που έγινε headline στο διάσημο αυτό φεστιβάλ; Τι είναι που κάνει έναν αρθρογράφο, μια συντακτική ομάδα, ή έναν εκδότη, να αποφασίσει ότι αυτή θα είναι η μοναδική αναφορά που χρειάζεται να γίνει σε αυτή την παράσταση?

Γιατί όντως, ψάχνοντας το θέμα λίγο περισσότερο, αντιλήφθηκα ότι αυτό ήταν το μοναδικό άρθρο που ο Πολίτης θεώρησε απαραίτητο να γράψει, ένω από μια πρόχειρη έρευνα που έκανα, oι περισσότερες κυπριακές εφημερίδες φαίνεται να μην θεώρησαν σημαντικό να αναφερθούν στις παραστάσεις της Beyoncé. Δεν θεώρησαν ιδιαίτερα αξιόλογο το γεγονός ότι στις παραστάσεις αυτές η Beyoncé κατάφερε, με μια στρατιά από εκατόν και βάλε χορεύτριες, χορευτές, και μουσικούς, με έναν φαντασμαγορικό και μοναδικό τρόπο, συναισθηματικά φορτισμένο αλλά και διανοητικά ξεκάθαρο, να μας πει κάτι για την ιστορία των έγχρωμων κοινοτήτων της Αμερικής, για τη δύναμη των πολλών, της κοινότητας, της αλληλεγγύης, του φεμινισμού και του αντιρατσισμού, για τους αγώνες της φυλής και του φύλου, για τη φυλετική και τη σεξουαλική καταπίεση, για τη βία, για τον πόνο, την απελευθέρωση και για την αναγέννηση, όπως την εννοούσε η Maya Angelou όταν έλεγε: “Still I rise”.

Δεν θεώρησε κανείς απαραίτητο να αναφερθεί στην πολιτική σημασία που έχουν αυτές οι δυο παραστάσεις σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ αλλά και η Ευρώπη παρουσιάζουν έναν λόγο όλο και πιο ξενοφοβικό, ρατσιστικό, και σεξιστικό, σε μια εποχή όπου η ακροδεξιά ξεσηκώνεται και χωρίς περιστροφές εξυμνεί την συστημική περιφρόνησή για τις κοινωνικές μειωνότητες και απροκάλυπτα εργάζεται για τη θεσμοποίησή της. Κάποιος όμως έκρινε την “τούμπα” της Beyoncé άξια δημοσίευσης, και η επιλογή αυτή μας λέει πολλά για την Κύπρο και τον μικροπρεπή, ντροπιαστικό, χαιρέκακο και σεξιστικό της λόγο. Είναι εύκολο να δει κανείς γιατί η πτώση της Beyoncé είναι μια πρόσφορη μεταφορά για την μισογυνιστική δημοσιογραφική (και όχι μόνο) κουλτούρα της Κύπρου.

Γιατί ο ανώνυμος αρθρογράφος επέλεξε από όλη αυτή την παράσταση, να παρουσιάσει την πτώση της Beyoncé, το χάσιμο της ισορροπιάς της, τη μικρή στιγμή αδιεξιότητας, το μόνο της λάθος? Πρόκειται για σλαπστικ χιούμορ; Είναι ένα σχόλιο για τη θνησιμότητα? Μας λέει ότι to err is human? Ότι ακόμα και οι θεές πέφτουν; Δε γνωρίζω. Σημασία έχει το τι προϋποθέσεις υπάρχουν πίσω από μια τέτοια απόφαση, τι κρύβει η επιλογή να αναφερθεί κανείς σ’αυτό το μικροσκοπικό επισόδιο, που όπως μας λέει το άρθρο, κράτησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα, συμπυκνώνοντας όλη την υπόλοιπη παράσταση σε δυο τετριμμένες στοκ φράσεις: “Η Beyoncé χωρίς αμφιβολία κατέκτησε το φετινό Coachella, με μία εμφάνιση που αποζημίωσε με το παραπάνω το φανατικό κοινό της,” και “Η «βασίλισσα» του φετινού διάσημου φεστιβάλ στην Καλιφόρνια ξεσήκωσε με τη φωνή και τη σκηνική της παρουσία το κοινό.” Το αληθινό θέμα όμως, όπως μας λέει και ο τίτλος του άρθρου, ήταν η τούμπα.

Αξίζει, πιστεύω, να σταθούμε για λίγο ακόμα σε αυτές τις ερωτήσεις. Γιατί μας ενδιαφέρει αυτό το λάθος? Γιατί το βίντεο της πτώσης είναι το μοναδικό στιγμιότυπο αυτής της καθηλωτικής, εξαίσιας, καινοτόμας καλλιτεχνικής παράστασης που η εφημερίδα αποφάσισε να αναρτήσει? Τι υπάρχει, μέσα σε αυτή την σύντομη στιγμή που ενδιαφέρει; Γιατί κάποιος θεώρησε πρέπων να γράψει ένα τέτοιο άρθρο όταν θα μπορούσε να αξιοποιήσει τον (έστω και περιορισμένο) χώρο αυτό για να μιλήσει για την παράσταση αυτή καθαυτή?

2. Η ποπ κουλτούρα

Κοιτάζοντας τα υπόλοιπα άρθρα της ίδιας στήλης, που ονομάζεται Buzzlife, και που με πολλή επιείκεια θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως αποτελεί μια προσπάθεια στήλης ψυχαγωγίας ή ποπ κουλτούρας, αλλά που περισσότερο μοιάζει με μια στήλη κουτσομπολιών με διάσπαρτες συμβουλές για το καθάρισμα του σπιτιού και την ορθή διατροφή, η απάντηση αρχίζει να σχηματίζεται. Η στήλη επικεντρώνεται σε γυναίκες καλλιτέχνες και έχει μια ξεκάθαρα σεξιστική ρητορική. Το τελευταίο άρθρο που δημοσιεύτηκε καθώς γράφω, έχει τίτλο “Ριάνα: Λανσάρει τα εσώρουχα της με μια πόζα κόλαση”. Όλοι οι τίτλοι παραπέμπουν σε κάτι σκανδαλώδες, κάτι σεξουαλικά έκλυτο, ίσως και επικίνδυνο, ή, εναλλακτικά, σε κάτι ντροπιαστικό, γελοίο, και εξευτελιστικό προς τις γυναίκες που παρουσιάζει, όπως κάνει ακριβώς το άρθρο για την Beyoncé. Όλοι οι τίτλοι μοιάζουν να απευθύνονταιι σε ένα αντρικό βλέμμα ή σε ένα υποτιθέμενο γυναικείο κουτσομπολίστικο βλέμμα. Και ολόκληρη η στήλη διαιωνίζει το στερεότυπο ότι οι γυναίκες υπάρχουν μόνο με δυο ίδιότητες: ως αντικείμενα σεξουαλικής κατανάλωσης από τους άντρες και ως αντικείμενα αντιζήλιας και εξευτελισμού από τις άλλες γυναίκες.

Συγκεκριμένα, το άρθρο για τη Rihanna αναφέρει επιγραμματικά και αόριστα τις επιτυχίες της, αλλά το κυριώς θέμα του είναι, ουσιαστικά, ότι η Rihanna “ποζάρει με άκρως αποκαλυπτικό ροζ κορμάκι.” Για κάποιον παράξενο και λυπηρό λόγο, το ροζ κορμάκι κρίθηκε πιο άξιο για σχολιασμό παρά το πραγματικό εύρος των μουσικών και επιχειρηματικών επιτυχιών και του ανθρωπιστικού έργου της γυναίκας αυτής η οποία, μεταξύ πολλών άλλων, στα τριάντα της χρόνια είναι η μεγαλύτερη σε πωλήσεις ψηφιακή καλλιτέχνης, έχει κερδίσει 8 Grammy awards, και έχει πουλήσει 54 εκατομμύρια δίσκους. Όσον αφορά τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες, τη χρονιά που πέρασε η γραμμή καλλυντικών της, Fenty Beauty, κέρδισε το βραβείο του Time ως “Invention of the Year” γιατί κατέφερε να σπρώξει τα στενά όρια της βιομηχανίας της ομορφίας ώστε να συμπεριλάβει όλα τα χρώματα δέρματος, βάζοντας στο κέντρο του οράματος της τις έγχρωμες γυναίκες (και άντρες) όλων των αποχρώσεων. Την ίδια χρονιά, το πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ επιβράβευσε την Rihanna ως “Humanitarian of the Year,” δίνοντας της ένα βραβείο με το οποίο είχαν τιμηθεί προηγουμένως η ακτιβίστρια Malala Yousafzai και ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Ban Ki-moon. Στα μητρικά της νησιά, Barbados, η Rihanna ίδρυσε το Clara Braithwaite, ένα πολυδιάστατο φιλανθρωπικό ίδρυμα που επικεντρώνεται στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης, με ένα δημόσιο κέντρο ογκολογίας και πυρηνικής ιατρικής για τη διάγνωση και τη θεραπεία του καρκίνου και με προγράμματα υποτροφιών, ανάπτυξης, και υγείας. Μόλις την περασμένη βδομάδα, η Rihanna συμπεριλήφθηκε μέσα στη λίστα του Times των “100 most influential people of 2018.” Αυτά είναι μόνο μερικά από τα επιτεύγματά της.

3. Οι γυναίκες

Το τι όμως πραγματικά με ενδιαφέρει εδώ είναι το ότι, όπως και με την τούμπα της Beyoncé, έτσι και με τη Rihanna, είναι το ροζ κορμάκι που η εφημερίδα βρήκε άξιο αναφοράς. Επιστρέφοντας στο Buzzlife, βλεπουμε ότι η στήλη σφύζει από μια ντροπιαστική και εξευτελιστική γλώσσα προς τις γυναίκες, από έναν λόγο μειωτικό, που δείχνει πολιτική και κοινωνική ανευθυνότητα, τεμπελιά, και έλλειψη φαντασίας. Παραθέτω πιο κάτω μερικούς από τους τίτλους της υποκατηγορίας People. Τα italics είναι δική μου προσθήκη, και σκοπό έχουν να μας προκαλέσουν να σταθούμε λίγο στις λεξιλογικές επιλογές, και στα μοτίβα που η γλώσσα αφήνει να διαφανoύν:

Η Σαρλίζ Θερόν πήρε 22 κιλά για τον νέο της ρόλο.

Μαρία Κορινθίου: Η νέα σέξι πόζα της στο Ίνσταγκραμ

Γιατί όλοι ασχολήθηκαν με το total white look της Μελάνια Τράμπ

Το φιλί της Μέγκαν στον Ουίλιαμ για τη γέννηση του μωρού

Η Άννα Βίσση “λιώνει” στη γυμναστική

Η Ελένη Μενεγάκη κάνει εντυπωσιακή είσοδο… αλλά ξεκούμπωτη

Η γκάφα της Μαντόνα που θα την πληρώνει μια ζωή

Η Έμιλυ Ραταικόφσκη ποζάρει γυμνή και μοιράζει εγκεφαλικά

Η Σελένα Γκόμεζ ξύρισε τα μαλλιά της

Η Ελένη Μενεγάκη βγήκε στη ζυγαρία on air…Πόσα κιλά είναι;

Iωάννα Τριανταφυλλίδου: Ανάβει φωτιές με το pole dancing

Ελληνίδα ηθοποιός: “Έχω φάει κέρατο. Δεν περνούσα από της πόρτες.”

Χατζίδου: Το εφαρμοστό φόρεμα της που μαγνήτισε τα βλέμματα

Η πληθωρική Κέητ Άπτον δε χωρά στο μαγιό

Τι θα φορέσει η Ελένη Φουρέιρα στη Γιουροβίζιον;

Η Σάσα Μπάστα “ανεβάζει το θερμόμετρο” με το νέο της video clip

Η αισθησιακή πόζα της Μπέλα Χαντίτ

4. Τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης

Φτάνει μια γρήγορη ματιά για να καταλάβει κανείς πόσο στρεβλή είναι η εικόνα της γυναίκας που η στήλη παρουσιάζει. Οι γυναίκες αυτές έχουν περίεργες, σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες: μαγνητίζουν, ανεβάζουν τα θερμόμετρα, ανάβουν φωτίες, μοιράζουν εγκεφαλικά, (ενδιαφέρουσες μεταφορές που υπονοούν μια ανεξέλεγχτη και νοσηρή, σχεδόν μοιραία επήρροια στους αθώους και ανυποψίαστους θεατές τους). Είναι σχεδον εξωγήινα, μυστήρια και τερατώδη όντα, πλασμένα για την απόλαυση του εκάστοτε θεατή τους, αλλά και για τον αφανισμό του. Χρησιμοποιούν σαν όπλο τη σεξουαλικότητα τους, ώστε να μαγνητίσουν και μετα να εξοντώσουν τα θήραματά τους. Τέτοιες τριτές εικόνες βασίζονται πάνω σε ένα κλασικό, και μπλαζέ στερεότυπο, που έχουμε βαρεθεί να ακούμε, να βλέπουμε, και να διαβάζουμε: το παράδοξο στερεότυπο της μοιραίας ομορφιάς, της επικίνδυνης γοητείας, της καταστροφικής σεξουαλικότητας, ένα στερεότυπο που σκοπό έχει να διαιωνίζει την ιδέα της γυναίκας ως κάτι αμετάκλητα “άλλο” και “διαφορετικό” από το ουδέτερο αρσενικό.

Ως μοναδική εναλλακτική στο στερεότυπο αυτό, η στήλη μας προτείνει να στρέψουμε το βλέμμα μας αλλού, να κοιτάξουμε τις γυναίκες αυτές από μια άλλη προοπτική: από την πλευρά της αποτυχίας τους. Να δούμε δηλαδή τα λάθη, τις πτώσεις και τις γκάφες τους. Ξενίζει εξίσου σ’αυτά τα άρθρα αυτή φθονηρή, εκδικητική, και χαιρέκακη ταση προς την επιτυχημένη γυναίκα. Τι υπάρχει μέσα στην γυναικεία επιτυχία που τρομάζει τόσο πολύ, ώστε να θέλει κανείς να την κηλιδώσει, έστω και για λίγο; Τι υπάρχει στην εικόνα τις επιτυχημένης γυναίκας, που μας κάνει να σπεύδουμε να δαχτυλοδείξουμε τα λάθη και τις αποτυχίες της, να την εξευτελίσουμε και να τη χλευάσουμε? Γιατί μιλάμε για τις τούμπες, τις γκάφες, και τα “κέρατα” αυτών των γυναικών?

Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η μείωση των γυναικείων προσωπικοτήτων στις “πόζες κόλαση” και στις “θεαματικές τούμπες” τους δεν είναι τυχαία. Η επιλογή, όταν κανείς μιλά για γυναίκες, να παρουσιάζει πτώσεις και πόζες, αντί να επικεντρωθεί στο έργο τους, τη σκληρή τους δουλειά μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο ακόμα κόσμο, την εξουσία που με κόπο κατακτούν, το πολιτικό μήνυμα που ενσωματώνουν, είναι ακριβώς επιλογή. Δεν πρόκειται για ένα αφηρημένο λάθος ή μια σπάνια παράβλεψη, είναι ένα φαινόμενο εντατικό, συστηματικό, και γι’αυτό εξαιρετικά σημαντικό. Αυτό το φαινόμενο έχει ένα γνώριμο ονόμα: σεξισμός. Φυσικά, δεν πρόκειται για ένα φαινόμενο αποκλειστικά κυπριακό· ο σεξισμός στα μέσα ενημέρωσης είναι ένα παγκόσμιο ζήτημα (ας σημειώθεί ότι πολλά ξένα ενημέρωσης δημοσίευσαν την πτώση της Beyoncé, τα περισσότερα όμως από αυτά είχαν δημοσιεύσει και άρθρα για τις παραστάσεις αυτές καθαυτές). Είναι βέβαιο όμως, ότι το μέγεθος του προβλήματος και η έλλειψη επίγνωσης του από τα κυπριακά μήντια, πρέπει να μας προβληματίσουν.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: είναι σεξισμός το να επιλέγει κανείς να γράφει μόνο για τις πόζες, τα κορμάκια, και τα στήθη των γυναικών καλλιτεχνών, όταν θα μπορούσε να γράφει για την δουλειά τους. Είναι χαιρέκακο και μισογυνικό να γράφει κανείς μόνο για την πτώση της Beyoncé, για την γκάφα της Μαντόνα, για το “λιώσιμο” της Άννας Βίσση, και για το “κέρατο” της τάδε ηθοποιού, όταν θα μπορόυσε να επιλέξει να γράψει κάτι για τη δουλειά τους. Η ομορφιά και το σεξ απήλ γυναικών όπως η Rihanna και η Beyoncé είναι ένα μικρό κλάσμα της χαρισματικότητας τους και τα μικρά, ασήμαντα λάθη τους δε μπορούν να επισκιάζουν τις επιτυχίες τους.

5. Ένας καινούργιος λόγος

Δυο σημαντικά θέματα προκύπτουν από τα συγκεκριμένα άρθρα και από τη δημοσιογραφική κουλτούρα της Κύπρου γενικότερα:

Πρώτον, είναι καιρός να σκεφτούμε σοβαρά την παρουσίαση των γυναικών στα μέσα ενημέρωσης, που όπως η προαναφερθείσα στήλη και όπως τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης γενικότερα μας δείχνουν, είναι μειωτική, σεξιστική, και μισογυνική. Είναι αναγκαίο να αντικαταστήσουμε τον σεξιστικό λόγο που σήμερα επικρατεί στα κυπριακά μέσα ενημέρωσης, με έναν καινούργιο λόγο που δεν κάνει διακρίσεις εις βάρος καμίας κοινωνικής ομάδας.

Δεύτερον, η κάλυψη της ποπ κουλτούρας στα μέσα ενημέρωσης δεν χρειάζεται να ισοδυναμεί με έναν επιπόλαιο και κουτσομπολίστικο λόγο. Η ποπ κουλτούρα, όπως τα σημαντικότερα μέσα ενημέρωσης στον πλανήτη έχουν καταλάβει εδώ και καιρό, είναι ζήτημα που χρήζει σοβαρής δημοσιογραφικής αντιμετώπισης.

Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η παρουσίαση του γυναικείου φύλου στα μέσα ενημέρωσης, σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο η ισότητα ανδρών και γυναικών αποτελεί μια από τις προτεραιότητες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι σοβαρό θέμα. Θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο ότι ο σεβασμός προς τις γυναίκες είναι καθήκον που κάθε δημοσιογράφος πρέπει να λαμβάνει υπόψην σε κάθε τι που γράφει, είτε αυτό είναι πολιτικό ρεπορτάζ, είτε είναι άρθρο ψυχαγωγίας. Όσοι εργάζονται στα μέσα ενημέρωσης, πρέπει να πάρουν στα σοβαρά τα μηνύματα που δίνουν στις αναγνώστριες και στους αναγνώστες τους, στα κορίτσια και στα αγόρια τα οποία μεγαλώνουν απορροφώντας καθημερινά αμέτρητες πληροφορίες (μεταξύ των οποίων και τέτοια άρθρα) που τα βοηθούν να πλοηγηθούν μέσα την κοινωνία τους, να σχηματίσουν την ταυτότητά τους, και να κατανοήσουν έννοιες όπως φύλο, σεξουαλικότητα, εξουσία.

Για το 2013, η στατιστική υπηρεσία της χώρας μας αναφέρει ότι στην Κύπρο οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με ποσοστό 51,4%. Είναι μεμπτό το να αντιμετωπίζουμε το γυναικείο φύλο, που αποτελεί την πλειοψηφία της χώρας μας (και θα ήταν εξίσου μεμπτό αν οι γυναίκες ήταν μια μικρή μειοψηφία), με έναν τόσο περιφρονητικό τρόπο. Ας στρέψουμε λοιπόν την προσοχή μας στην παρουσίαση των γυναικών, ώστε να την κάνουμε πιο αληθινή, πιο αντιπροσωπευτική. Ας αρχίσουμε να δημοσιεύουμε πιο προσεγμένα τα περιεχόμενα μας, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν τα έργα των γυναικών, αφήνωντας πίσω τα τεμπέλικα στερεότυπα που θέλουν τις γυναίκες να είναι αντικείμενα σεξουαλικής ικανοποίησης, που όταν δεν “μαγνητίζουν,” όταν δεν “ανεβάζουν τα θερμόμετρα,” όταν δεν “μοιράζουν εγκεφαλικά,” κάνουν “γκάφες” και “τούμπες.” Ας δώσουμε περισσότερη προσοχή στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε όταν αναφερόμαστε στο γυναικείο φύλο και σε άλλες κοινωνικές μειωνότητες. Ας ξανασκεφτούμε τις (νοητικές και μη) εικόνες που παρουσιάζουμε και ας λάβουμε υπόψην τις σκοπιμότητες που διαφαίνονται μέσα από τέτοιες χρήσεις τόσο της γλώσσας όσο της εικόνας. Ας αρχίσουμε, εν ολίγοις, να παρουσιάζουμε τις γυναίκες σαν ολοκληρωμένα ανθρώπινα υποκείμενα.

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, ας αρχίσουμε να προσεγγίζουμε την ποπ κουλτούρα με μεγαλύτερη ευθύνη αλλά και με περισσότερη δημιουργικότητα. Αντί να περιοριζόμαστε στα εφαρμοστά φορέματα, τα ροζ κορμάκια, τις αισθησιακές πόζες, και τις τούμπες, θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την ποπ κουλτούρα ως έφορο έδαφος για σοβαρή αρθρογραφία, που να εκφράζει τα σημαντικά δρώμενα που λαμβάνουν χώρα στις τέχνες ανα το παγκόσμιο (ναι, η ποπ μουσική είναι τέχνη). Ας αδράξουμε την ποπ κουλτούρα ως μια ευκαιρία για να διερευνήσουμε σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά θέματα, όπως το θέμα των φύλων, του ρατσισμού, της αντιπροσώπευσης, της απελευθέρωσης, της δημοκρατικοποίησης της τέχνης, θέματα τα οποία η ποπ κουλτούρα, που τόσο σνομπάρουν κάποιοι, εγείρει ασταμάτητα. Η κριτική και η ψυχαγωγία μπορούν να πάνε μαζί, και μπορούν να μας πουν πολλά — τόσο για τον ευρύτερο μας κόσμο όσο και για την κοινωνία μας πιο συγκεκριμένα — αν προσεγγιστούν με σοβαρότητα, αυθεντική περιέργεια, ενσυναίσθηση, και σεβασμό προς όλα τα κοινωνικά σύνολα.

Υ.Γ. Δεν είναι σκοπός του άρθρου να στοχοποιήσει τον Πολίτη συγκεκριμένα. Τα ζητήματα που τίθενται στο άρθρο αφορούν τα κυπριακά μέσα ενημέρωσης γενικότερα.