Το ποτάμι που παρέσυρε την παιδική μου ηλικία.

Έφυγα απ’ το πατρικό μου στα 18, για σπουδές.

Έφυγα βιαστικά, χωρίς να το αποχαιρετήσω το σπίτι μου το παιδικό. Ξαναγυρνούσα στις διακοπές, αλλά σαν επισκέπτης, αφού τίποτα πια δεν ήταν όπως παλιά.

Και κουβαλούσα αυτόν τον αποχαιρετισμό, όπου κι αν πήγαινα.

Στις βόλτες και στα ξενύχτια τα φοιτητικά, στις αγκαλιές και στα φιλιά, στα διαβάσματα και τις ατέλειωτες εξεταστικές.

Τον κουβαλούσα και στα καράβια για τα κυκλαδίτικα νησιά, και κάναμε παρέα βουτιές στα καταγάλανα νερά.

Τον κουβαλούσα παντού. Δεν ήξερα πώς να τον αφήσω. Δεν ήμουν έτοιμη να τον αποχαιρετήσω.

Πέρασαν πια 18 χρόνια από τη μέρα που έφυγα από το πατρικό μου. Πριν λίγες μέρες πήγα από ‘κει, να πάρω κάτι χαρτιά. Οι γονείς μου έλειπαν. Μπήκα στο παιδικό μου το δωμάτιο, κι έκατσα για λίγο. Για λίγο παραπάνω από τις άλλες φορές. Τις άλλες φορές όταν ένιωθα τον αποχαιρετισμό να θέλει να βγει από μέσα μου, έτρεχα τρομαγμένη, δεν ήμουν έτοιμη, όχι, δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ ακόμα.

Όμως αυτή τη φορά έκατσα. Κι όταν άρχισε να με αποχαιρετά ο αποχαιρετισμός, δάκρυα ξεκίνησαν να τρέχουν σαν το πιο ορμητικό ποτάμι που ‘χει δει ανθρώπου μάτι. Και πλημμύρισαν τα παιδικά μου τα παιχνίδια, και μουλιάσανε τα αγαπημένα μου βιβλία, κι έμαθε να κολυμπάει και το πολυκαιρισμένο μίξερ της μαμάς μου μέσα στο ποτάμι από τα δάκρυά μου. Κι οι αφίσες στους τοίχους άρχισαν να ξεκολλάνε, και το γραφειάκι μου βρέθηκε σε λίγα μόνο λεπτά στο βυθό του ποταμιού, παρέα με το εφηβικό μου ημερολόγιο κι ένα μεσάτο τζιν μπουφάν.

Έφυγε απότομα και βίαια ο αποχαιρετισμός μου, δεν το περίμενα να με εγκαταλείψει έτσι. Όμως είχα καθυστερήσει πολύ, και δεν υπήρχε άλλος τρόπος.

Βγήκα μουσκεμένη ως το κόκκαλο απ’ το πατρικό μου. Κλείδωσα αμήχανα την πόρτα, και μπήκα στο αυτοκίνητο.

Ένιωθα πιο ανάλαφρη, αλλά και λίγο μελαγχολική.

Είχα μόλις αποχαιρετήσει την παιδική μου ηλικία.