Πέντε χάπια, αντικαταθλιπτικά

Πράσινο ήταν το μυαλό του

πριν φύγει μακριά.

Δουλειά και σπίτι μόνο,

στον κόσμο το μικρό του

και μονοπάτια πολύ στενά.

-

Θαμμένη προ πολλού εκείνη

από λιακάδες πλαστικές

το όνομά της αντηχούσε

σε σπίτια, δρόμους και γωνιές,

τώρα κραυγές μόνο αφήνει.

-

Του είπαν πως έχασε το σπίτι

δόση απλήρωτη, παλιά.

Πέντε γενιές φωνάζανε

“Δε φταίω, αλήτη!”

Φεύγαν, γεμάτα μνήμες τα φορτηγά.

-

Είχε πάντα πολλά να κάνει,

δε σταματούσε ούτε στιγμή,

κοιτούσε πάντα τη δουλειά του,

ούτε μιλιά για την καρδιά του,

ώσπου την έχασε κι αυτή.

-

Ο κόσμος έλεγε πολλά

μα εκείνη δε μιλούσε σε κανένα.

Τον άνθρωπο που έχασε

τον είχε για τον Ένα

μα ένα-ένα έχασε τα λογικά.