Θα βρούμε λύση.
Έλαβε τον μηνιαίο της φάκελο. Άλλη μία φωτογραφία σε χρώματα σέπιας, ελαφρώς παλαιωμένη, όπου στο πίσω μέρος έγραφε την ημερομηνία, μια ερώτηση και μια απάντηση.
-Σ’αρέσει εδώ;
-Όχι.
Τον είχε απ’το πρωί στην τσάντα της και όταν γύρισε βράδυ σπίτι, άνοιξε μια μπύρα και έκατσε στο μπαλκόνι να νοσταλγήσει με την άνεση της στιγμές που με ζόρι έζησε.
Δεν είχε να κάνει με ρομάντζο. Ούτε αγάπη, ούτε έρωτας. Κάθε μήνα λάμβανε αγαπημένες απαίσιες στιγμές από τον καλύτερο της φίλο. Τον άνθρωπο που την είχε πατήσει, ένα βράδυ, στα Εξάρχεια. Η αδερφή της μόλις είχε πάρει πτυχίο και κατέβηκε για την ορκομωσία της. Εκείνο το βράδυ έκαναν τουρ σχεδόν στη μισή Αθήνα και κατέληξαν σε κάτι πεζούλια των Εξαρχείων, χωρίς την πλήρη επίγνωση της κατάστασης τους. Κάποια στιγμή, επέλεξε να σηκωθεί για να δει κατά πόσο μπορεί να περπατήσει και τότε ένα αυτοκίνητο την πέταξε απέναντι. Με λίγη περισσότερη ταχύτητα και θα την έβαζε στο μπαλκόνι του πρώην της αδερφής της. Αλλά όχι. Ένα άλλο αυτοκίνητο φαινόταν πιο γοητευτικό για τόπο προσγείωσης. Ούτε και κείνος ένιωθε τι γινόταν γύρω του. Ό,τι ρούφηξε η μύτη του λίγο πιο πριν πρέπει να ήταν αρκετά δυνατό ή αρκετά καλό. Δια μαγείας, φάνηκε ότι ένιωσε και έτσι, την έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο και την παράτησε έξω απ’το νοσοκομείο. Δεν τόλμησε να μπει μέσα, όμως κάθε μέρα βρισκόταν εκεί για να μαθαίνει πως είναι. Στην αδερφή της δεν είπε ποτέ ποιος ήταν. Και τι να έλεγε; “Είμαι ο τύπος που χάρη στις μυτιές που έκανα παραλίγο να σκοτώσω την αδερφή σου”; Ναι, αλλά όχι.
1,5 μήνα έκατσε στο νοσοκομείο και για 1,5 μήνα ήταν δίπλα της. Της εξήγησε και κείνη κατάλαβε. Ίσα που γέλασε κιόλας. Δεν τον κατηγόρησε. Και οι δύο έφταιγαν. Ποτέ δεν φταίει ένας. Πουθενά. Έγιναν σχεδόν φίλοι. Εκείνη του κρατούσε μια μικρή κακία, επειδή είχε ζήσει την περιοδεία clutch- mastodon- graveyard και κείνος της κρατούσε μια μεγαλύτερη κακία επειδή είχε κερδίσει σε διαγωνισμό “live your myth with red hot chili peppers” μια περιοδεία στην Ευρώπη μαζί τους, στο πούλμαν.
Εκείνη γύρισε στη Θεσσαλονίκη. Εκείνος ανέβαινε ανά σαββατοκύριακο, να την βλέπει, να την βοηθάει. Την πήγαινε στην θάλασσα, την οποία μισούσε. Και κείνος το ήξερε, γι’αυτό και το έκανε. Κάθε φορά της ανέλυε τις αποχρώσεις της θάλασσας και του ηλιοβασιλέματος. Ναι, ήταν ζωγράφος. Συνήθως της προκαλούσε βαρεμάρα και γελούσε με τα πέη που ζωγράφιζε στην άμμο. Στον γυρισμό, το φαγητό ήταν δική της επιλογή. Τον πήγαινε σε ένα φημισμένο φαστφουντάδικο με το καλύτερο χοτ ντογκ, έδινε εκείνη την παραγγελία και πάντα του έβαζε σως πάπρικας που ήξερε πως σιχαινόταν.
-Μωρή καριόλα, τι θέλω και σε εμπιστεύομαι.
-Same old, same old.
Κατάφεραν να πάνε στο freak valley με μαντήλια V.I.C. στα πρόσωπα και να περάσουν τον έλεγχο για ποτά με υπερβολικά γελοίο τρόπο. Αυτοί οι χαζοί δεν μυρίζουν τα διάφανα υγρά στα μπουκάλια.
Έζησαν χρόνια μαζί και χωριστά. Κανείς δεν ενόχλησε την περίεργη φάση που είχαν και κανείς δεν έκανε την κλασσική ερώτηση “είστε μαζί;”. Ήταν χαρούμενοι έτσι.
-Δεν μπορεί να είναι όλα καλά. Κάτι θα χαλάσει, αλλιώς δεν έχει νόημα η παρέα μας.
-Καρκίνο στομάχου μου είπαν, αλλά ντάξει, τι να σου πω. Δεν μπορώ να βρω κάτι κακό γύρω μας, άρα δεν έχουμε νόημα. Ε γάμα το.
Λάμβανε κάθε μήνα έναν φάκελο που περιείχε μία παλαιωμένη φωτογραφία που από πίσω έγραφε την ημερομηνία λήψης της, μία ερώτηση και μία απάντηση.
-Τι κάνουμε εδώ;
-Μισιόμαστε, καρδιά μου.