Μέρος 3ο. Επεισόδιο #2. Ο Μπισκότος.

Καλημέρα! Καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε νωρίς! Έτσι θα έχεις την ευκαιρία να δεις πολλές εικόνες του Ήρωα. Πάρε το πρωινό σου και ετοιμάσου όσο θα μαζεύω τα τελευταία κεράσια.”
Ο ήχος των παπουτσιών του στο ξύλινο δάπεδο, κάλυψαν την προσπάθεια της να ρωτήσει τι εννοούσε, γι’αυτό και απλά σηκώθηκε, φόρεσε αυτά που βρήκε πιο πάνω στο σακίδιο και κατέβηκε. Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε φρεσκοψημμένη ομελέτα, μπισκότα με κομμάτια σοκολάτας, χυμός που το άρωμα μαρτυρούσε πως είναι ροδάκινο, καφές και γάλα.
Το μπισκότο της θύμισε αυτά ακριβώς που έτρωγε τα Χριστούγεννα, τα πρωινά, όσο η μητέρα της έφτιαχνε άλλα φαγητά. Καθώς γυρνούσε ο Λουί, στάθηκε για λίγο να κοιτάζει τα μαλλιά της όπως φωτιζόντουσαν από τον ήλιο. “Η συνταγή είναι του παππού σου. Παίρνω τα πράγματα μου και φεύγουμε, εντάξει;” Είχε ένα διαρκές χαμόγελο. Όχι από τα εκνευριστικά, αλλά απ’τα όμορφα. Τα φωτεινά. “Δεν καταλαβαίνω. Αλήθεια. Πού θα πάμε; Γιατί από τώρα; Θέλω να μου εξηγήσεις. Αυτή τη στιγμή!” Έφαγε το υπόλοιπο μπισκότο, τίναξε τα χέρια της και τα σταύρωσε στο στήθος της. “Θα κάνουμε το ίδιο ταξίδι που έκανα με τον Ήρωα. Μου είχε πει πως θα το επιχειρήσεις, αλλά δεν ξέρεις, γι’αυτό και με έθεσε φύλακα- οδηγό σου. Θα δεις τα μέρη απ’τα οποία περάσαμε και σε κάθε ένα θα σου λέω και την ιστορία του. Επίσης.. εμ.. έχεις ψίχουλα στο μάγουλο σου.. να.. εδώ..” Ίσα που της άγγιξε το μάγουλο και πέταξε τα ψίχουλα κάτω. Αμέσως μετά, γύρισε να πάρει το σακίδιο του. “Επιτέλους! Ξανά στον δρόμο! Έτοιμη;” Όλα έδειχνα πως εκείνη έμεινε στη στιγμή του αγγίγματος, όμως ξύπνησε απότομα, έγνεψε καταφατικά και πήρε το δικό της σακίδιο. “Λουί… θα μπορούσα να.. να πάρω λίγα μπισκότα;” Ο καθένας θα έλεγε πως αν υπήρχαν ακόμα ψίχουλα στα μάγουλα της, θα τα έριχνε το τόσο έντονο κόκκινο χρώμα που απέκτησαν. “Κράτα λίγα και για μένα” και άνοιξε την πόρτα. Τα τύλιξε σε μια πετσέτα, λίγο άτσαλα και έτρεξε για να τον προλάβει. Περπατούσαν κατά μήκος της θάλασσας καθώς ο ήλιος ανέβαινε όλο και πιο πολύ. Την περισσότερη ώρα της μιλούσε για τα χρόνια που πέρασε μέσα στους εκδοτικούς οίκους, στη σχολή μαγειρικής και για τη συχνή αλληλογραφία του με τον Ήρωα.
Τα βήματά τους ξύπνησαν ένα ασπρόμαυρο μικρό σκυλάκι, ίδιος ο Πόνγκο, σκέφτηκε, το οποίο τους πλησίασε. “Έχω την εντύπωση πως η ιστορία επαναλαμβάνεται, χαχ”, είπε και έβγαλε από την τσέπη του λίγες κροκέτες για να του δώσει. Σκέφτηκε ότι ίσως έτσι απέκτησε ο παππούς τον Πόνγκο, αλλά θα μπορούσε να ζήσει τόσα πολλά χρόνια; “Θα μας ακολουθήσει, οπότε ας του βρούμε ένα όνομα.
Μπισκότο”, του απάντησε χαμογελώντας πλατιά και πιστεύοντας πως θα του αρέσει το ίδιο. Της ανταπέδωσε το χαμόγελο λέγοντας πως του πάει πολύ. Ο Μπισκότος φαινόταν χαρούμενος με την παρέα του. Κάθε τόσο του έδιναν νερό και κροκέτες, ενώ ο ίδιος μπλεκόταν στα πόδια τους με την ουρά του τρελαμένη. Ο Λουί έλεγε τοπικές ιστορίες, αλλά και προσωπικά του πράγματα παρόμοια με αυτά που έζησε και κείνη.
Χωρίς να το χει καταλάβει, βρέθηκαν πάνω σε ένα βουνό με θέα όλη τη θάλασσα και το σπίτι να φαίνεται σαν μια κουκίδα. “Εδώ, μικρή ηλιαχτίδα, ο Ήρωας παντρεύτηκε τη γιαγιά σου. Όχι ότι σου κάνω πρόταση γάμου, όμως ο παππούς σου ήταν αρκετά ρομαντικός και μου είπε να ακολουθήσω κάποια στιγμή τα βήματά του.

Show your support

Clapping shows how much you appreciated Πιέρα Λε Μπου’s story.